Welcome

to IHU Open Access Repository

 

Πρόσφατες Υποβολές

Τεκμήριο
Ικανοποίηση εργαζομένων και αξιολόγηση προσωπικού. Μελέτη περίπτωσης στην υπηρεσία Τελωνείων.
(ΔΙΠΑΕ, 2024-11) Στεφανίδης, Αντώνης; Κυρμίζογλου, Παντέλης; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Λογιστικής και Πληροφοριακών Συστημάτων
Εισαγωγή: Η ικανοποίηση των εργαζομένων είναι ένα βασικό ζήτημα της διοίκησης επιχειρήσεων, τόσο γιατί συνδέεται με την απόδοση των εργαζομένων και συνεπώς των ίδιων των επιχειρήσεων, όσο και γιατί συνδέεται άμεσα με την καλή σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων. Σκοπός: Η εργασία αποτελείται από δύο μέρη, ένα θεωρητικό και ένα ερευνητικό. Βασικός στόχος της έρευνας είναι να διερευνηθεί ο βαθμός εργασιακής ικανοποίησης των υπαλλήλων της Ελληνικής Τελωνειακής Υπηρεσίας. Επιπρόσθετα, στόχος της έρευνας είναι να εντοπισθούν οι παράγοντες που διαμορφώνουν την εργασιακή ικανοποίηση, αλλά και η συσχέτισή της με την αξιολόγηση προσωπικού. Απώτερος σκοπός της εργασίας είναι να προχωρήσει σε προτάσεις ανάληψης μέτρων για τη βελτίωση της εργασιακής ικανοποίησης στην Υπηρεσία, και συνεπώς τη βελτίωση τόσο της εργασιακής απόδοσης όσο και της εργασιακής υγείας των εργαζομένων. Μεθοδολογία: Η έρευνα ερωτηματολογίου, που διενεργήθηκε στα πλαίσια της εργασίας σε υπαλλήλους της Τελωνειακής Υπηρεσίας, βασίστηκε πάνω στη μέθοδο Job Satisfaction Survey - JSS που αναπτύχθηκε από τον Paul Spector, καθώς αυτή εξετάζει την επίδραση διαφόρων σημαντικών παραγόντων στα επίπεδα εργασιακής ικανοποίησης των εργαζομένων. Η διανομή των ερωτηματολογίων έγινε στην ιδιωτική διαδικτυακή ομάδα των τελωνειακών υπαλλήλων στο Facebook και τα πλήρως συμπληρωμένα ερωτηματολόγια ανήλθαν στα 194 (8.8% των υπαλλήλων της Υπηρεσίας). Ακολούθησε η αποστολή του ερωτηματολογίου μέσω e-mail στα τελωνεία με παράλληλη τηλεφωνική επικοινωνία όπου ήταν εφικτό. Αποτελέσματα: Τα αποτελέσματα της έρευνας στοχεύουν να αναδείξουν τη σημαντικότητα των διαφόρων παραγόντων της εργασιακής ικανοποίησης, οδηγώντας σε χρήσιμα συμπεράσματα τόσο για την Υπηρεσία όσο και για το προσωπικό της. Από την έρευνα προκύπτει ότι ως επιβαρυμένοι παράγοντες της εργασιακής ικανοποίησης εντοπίζονται οι: Συνθήκες εργασίας, Μισθοί, Προαγωγές και Ενδεχόμενες ανταμοιβές. Επιπρόσθετα, αναδεικνύεται η συσχέτιση της εργασιακής ικανοποίησης με την ικανοποίηση από το σύστημα αξιολόγησης του προσωπικού της Υπηρεσίας. Προτάσεις: Απόρροια των αποτελεσμάτων της έρευνας, με βάση τη βιβλιογραφία και σύμφωνα με την εργασιακή εμπειρία και πρακτικές, παρατίθενται μια σειρά προτάσεων αφενός για την αντιμετώπιση των επιβαρυμένων παραγόντων της εργασιακής ικανοποίησης, όπως αυτοί εντοπίσθηκαν στα αποτελέσματα της έρευνας, και αφετέρου για την αξιολόγηση της απόδοσης του προσωπικού της Υπηρεσίας.
Τεκμήριο
Αντικειμενικότητα του φορολογικού ελέγχου
(ΔΙΠΑΕ, 2025-01) Κοκκινάκη, Κωνσταντία; Μπόσκου, Γεωργία; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Λογιστικής και Πληροφοριακών Συστημάτων
Η παρούσα εργασία εκπονήθηκε με στόχο να αναδείξει τους παράγοντες που επηρεάζουν την αντικειμενικότητα του φορολογικού ελέγχου, προσθέτοντας νέα δεδομένα στην μέχρι τώρα έρευνα, ενώ αναδεικνύει και την διαχρονική εξέλιξη παραγόντων που έχουν διερευνηθεί και καταγραφεί στο παρελθόν. Αρχικά καταγράφεται μία συνοπτική παρουσίαση του ορισμού της φοροδιαφυγής και του φορολογικού ελέγχου, ενώ απαριθμούνται και παρουσιάζονται τα είδη του φορολογικού ελέγχου, οι υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με την διενέργεια των ελέγχων, τα χαρακτηριστικά των ελεγκτών και τα τεκμήρια που συλλέγονται και λαμβάνονται υπόψη σε κάθε έλεγχο. Στη συνέχεια επιχειρείται μία αποτίμηση του ελεγκτικού έργου, όπως προκύπτει μέσα από έρευνες που έχουν ήδη διενεργηθεί από το 2020, από τις οποίες επιλέχθηκε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα και παρουσιάζεται συνοπτικά, καθώς και από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο για την αποτίμηση του ελεγκτικού έργου για τα έτη 2020 και 2021, όπως καταγράφηκε στην σχετική Έκθεση Ελέγχου. Τα ευρήματα τόσο από τις αντιπροσωπευτικές έρευνες που επιλέχθηκαν, όσο και από την Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκλίνουν σε πέντε (5) παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων και σε τρεις (3) παράγοντες που έχουν θετική επίδραση. Συνοπτικά οι παράγοντες με αρνητική επίδραση είναι η πολυνομία και ασαφείς διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας, η ελλιπής επιμόρφωση των φορολογικών ελεγκτών, ο μεγάλος όγκος υποθέσεων που αναλογούν σε κάθε ελεγκτή, η διαφθορά και τα ελλιπή πρότυπα και οδηγίες ελέγχου. Οι παράγοντες που επιδρούν θετικά στην αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων είναι τα πληροφοριακά συστήματα και η ηλεκτρονική πρόσβαση σε πληροφορίες των ελεγχόμενων και σε πληροφορίες από τρίτους, η επιλογή υποθέσεων για έλεγχο με κριτήρια ανάλυσης κινδύνου και τα νέα νομικά θεσπισμένα εργαλεία ελέγχου (έμμεσες τεχνικές ελέγχου, My Data). Με βάση τα συμπεράσματα των αντιπροσωπευτικών ερευνών και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διενεργήθηκε η παρούσα έρευνα με την μέθοδο της δειγματοληπτικής έρευνας με συγκέντρωση πρωτογενών δεδομένων. Το ερωτηματολόγιο που καταρτίστηκε διαμοιράστηκε σε ελεγκτές που υπηρετούν σε ελεγκτικές υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε. σε όλη την Ελλάδα και απαντήθηκε από 151 ελεγκτές. Στόχος της έρευνας ήταν να καταγράψει την διαχρονική εξέλιξη των παραγόντων που αναδείχθηκαν από τις προηγούμενες έρευνες, να αναδείξει εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν το φορολογικό αποτέλεσμα και δεν είχαν ενταχθεί σε προηγούμενες έρευνες και να προσδιορίσει τον βαθμό που κάθε παράγοντας επιδρά στο φορολογικό αποτέλεσμα. Από την επεξεργασία των απαντήσεων και από την ανάλυση των συσχετίσεων μεταξύ τους, διατυπώθηκαν τα συμπεράσματα της έρευνας, αλλά και οι προτάσεις για βελτίωση και εξομάλυνση των αρνητικών παραγόντων, όπως και προτάσεις για μελλοντική έρευνα. Κυρίαρχο χαρακτηριστικό της έρευνας είναι ότι ο τρόπος που αντιμετωπίζουν οι ελεγκτές τους αρνητικούς παράγοντες που επηρεάζουν το έργο τους, εμπεριέχει μεγάλο βαθμό προσωπικής επιλογής, καθώς απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό σαφείς οδηγίες από την φορολογική διοίκηση για ομοιόμορφη και καθολική δράση.
Τεκμήριο
Εσωτερικός έλεγχος στους οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης
(ΔΙΠΑΕ, 2024-12) Διαμαντή, Αναστασία; Μπόσκου, Γεωργία; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Λογιστικής και Πληροφοριακών Συστημάτων
Η εργασία πραγματοποιείται στα πλαίσια του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Χρηματοοικονομική Διοίκηση, Λογιστική και Πληροφοριακά Συστήματα» με θέμα τον εσωτερικό έλεγχο στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ένα από τα βασικότερα εργαλεία για την διοίκηση αποτελεί ο εσωτερικός έλεγχος. Εφαρμόζεται στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Μέσω της χρήσης του βελτιώνεται ο οργανισμός που τον εφαρμόζει . Η διπλωματική εργασία έχει στόχο να γίνουν γνωστοί όροι όπως ελεγκτική επιστήμη και εσωτερικός έλεγχος. Να παρουσιαστούν τα στοιχεία που έχουν σχέση με την διαδικασία του ελέγχου, στόχους, σκοπό, πλεονεκτήματα, μειονεκτήματα και τα είδη του. Αναφορές για τις επιπτώσεις των οικονομικών καταστάσεων, της απάτης , καθώς και στις στρατηγικές ανίχνευσης και πρόληψης μέσω της χρήσης του εσωτερικού ελέγχου. Επίσης αναφορές στο σύστημα, στις μονάδες και στις επιτροπές ελέγχου και τις σχέσεις μεταξύ τους. Μέσα από τα πλαίσια της εργασίας τονίζεται ο ρόλος του εσωτερικού ελεγκτή, ο κώδικας δεοντολογίας, οι σχέσεις εσωτερικών και εξωτερικών ελεγκτών. Αναλύεται η σημασία της Δημόσιας Διοίκησης και των ανεξάρτητων αρχών ελέγχου παράλληλα πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του ελέγχου στο δημόσιο τομέα. Στοιχεία για τον σχεδιασμό και τον προγραμματισμό καθώς και τα ελεγκτικά σώματα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στην βιβλιογραφική ανασκόπηση γίνεται αναφορά στη νομοθεσία που τον διέπει και την εφαρμογή του. Η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε είναι συνδυασμός βιβλιογραφικής ανασκόπησης όσο αφορά το θεωρητικό τμήμα σε συνδυασμό με το ερευνητικό τμήμα, μελέτη περίπτωσης του Δήμου Θεσσαλονίκης που τον εφαρμόζει από το 2013. Στο συγκεκριμένο δήμο υπάρχει αυτοτελές τμήμα εσωτερικού ελέγχου. Η διεξαγωγή της έρευνας βασίστηκε στην συνέντευξη με την ειδήμονα του χώρου. Μέσω των αποτελεσμάτων είναι ολοφάνερη η αναγκαιότητα του εσωτερικού ελέγχου για τους οργανισμούς του δημοσίου. Καταλήγοντας γίνεται αναφορά των συμπερασμάτων της εργασίας και προτάσεις για μελλοντικές εργασίες.
Τεκμήριο
Ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ψηφιακός μετασχηματισμός και καινοτομία στο δημόσιο: Κριτική θεώρηση των διοικητικών υπηρεσιών των Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης
(ΔΙΠΑΕ, 2025-02) Παγκάλου, Γεωργία; Μπόσκου, Γεωργία; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Λογιστικής και Πληροφοριακών Συστημάτων
Η μεταπτυχιακή εργασία ασχολείται με τη μελέτη των εννοιών της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, του ψηφιακού μετασχηματισμού και της καινοτομίας και συγκεκριμένα το ρόλο τους στην ενίσχυση και βελτίωση των διοικητικών υπηρεσιών των τεσσάρων Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Λασιθίου, Ηρακλείου, Ρεθύμνου, Χανίων) που υπάγονται στην Περιφερειακή Διεύθυνση Κρήτης. Όσον αφορά το θεωρητικό πλαίσιο διερευνάται η ενσωμάτωση της τεχνολογίας στους οργανισμούς και η επίδραση που ασκούν οι νέες τεχνολογίες στην κουλτούρα και τις οργανωσιακές δομές. Ο δε ψηφιακός μετασχηματισμός εκλαμβάνεται ως μία αλλαγή τεχνολογική, η οποία ικανοποιεί τις απαιτήσεις που έχουν οι πολίτες για ποιοτικές ψηφιακές υπηρεσίες, η οποία όμως επηρεάζεται και εν τέλει καθοδηγείται και από καινοτομίες εντός και εκτός δημόσιου τομέα. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε βασίστηκε στην ποσοτική μεθοδολογία και για το σκοπό αυτό διανεμήθηκαν ερωτηματολόγια στο προσωπικό των Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης της Περιφέρειας Κρήτης. Το δείγμα που συλλέχθηκε αντιστοιχεί σε 101 ερωτηματολόγια και τα αποτελέσματα που διεξάγονται από την εν λόγω έρευνα, προβάλλουν τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι δημόσιοι οργανισμοί και συνάμα και τα οφέλη που προσδίδει η τεχνολογία, ενώ εξετάζεται και ο ρόλος που παίζει η καινοτομία ως μέσου για ποιοτικότερες παρεχόμενες υπηρεσίες και για την ενδυνάμωση της εμπιστοσύνης που δείχνουν οι πολίτες. Η συγκεκριμένη έρευνα συνεισφέρει στις συζητήσεις γύρω από την ένταξη με βιώσιμο τρόπο των καινούριων τεχνολογιών στο δημόσιο, επισημαίνοντας την αναγκαιότητα να αναβαθμιστεί η υπάρχουσα υποδομή παράλληλα με την ενίσχυση και τη διάδοση μίας κουλτούρας καινοτομίας. Επιπρόσθετα παρέχει κατευθύνσεις για τη σχεδίαση και ανάπτυξη των πολιτικών εκείνων οι οποίες συμβάλλουν στη βιωσιμότητα του ψηφιακού μετασχηματισμού και υποστηρίζουν τη διάθεση ποιοτικότερων, αποδοτικότερων δημόσιων υπηρεσιών με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.
Τεκμήριο
Η ανεξαρτησία, ο ρόλος και η ευθύνη των ορκωτών ελεγκτών
(ΔΙΠΑΕ, 2024-11) Ταλαιπώρου, Βασιλική; Στάθης, Χαράλαμπος; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Λογιστικής και Πληροφοριακών Συστημάτων
Η λειτουργία των ορκωτών λογιστών αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του σύγχρονου χρηματοοικονομικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Η διασφάλιση της ακεραιότητας και της διαφάνειας στους οικονομικούς απολογισμούς των επιχειρήσεων, καθώς και η επιβεβαίωση της ορθής εφαρμογής των λογιστικών προτύπων και κανονισμών, είναι από τους βασικούς στόχους των ορκωτών λογιστών. Ο ρόλος τους εκτείνεται πέρα από την απλή εξέταση των οικονομικών καταστάσεων, επηρεάζοντας άμεσα τη λειτουργία των αγορών, την εμπιστοσύνη των επενδυτών και την εύρυθμη λειτουργία της εταιρικής διακυβέρνησης. Η ανεξαρτησία του ελεγκτή αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ελεγκτικού επαγγέλματος και διασφαλίζει την αξιοπιστία των οικονομικών καταστάσεων και άλλων εκθέσεων. Ο ρόλος του ελεγκτή είναι να αξιολογήσει με αντικειμενικότητα και αμεροληψία τις οικονομικές καταστάσεις μιας εταιρείας, προσφέροντας εμπιστοσύνη στους επενδυτές, τους μετόχους, και άλλους ενδιαφερόμενους. Χωρίς ανεξαρτησία, οι αποφάσεις του ελεγκτή θα μπορούσαν να επηρεαστούν από διάφορες πιέσεις, όπως οικονομικά συμφέροντα, προσωπικές σχέσεις ή διοικητικές πιέσεις, θέτοντας σε κίνδυνο την ακεραιότητα και την αξιοπιστία του ελέγχου. Ο ορκωτός λογιστής δεν περιορίζεται μόνο στην τήρηση των κανονιστικών απαιτήσεων, αλλά λειτουργεί και ως προληπτικός παράγοντας απέναντι σε κακόβουλες πρακτικές. Με την ύπαρξη αυστηρού ελέγχου, αποτρέπονται οι διοικήσεις των εταιρειών από το να επιδοθούν σε αθέμιτες πρακτικές, καθώς γνωρίζουν ότι οι οικονομικές τους ενέργειες θα ελεγχθούν λεπτομερώς. Επιπλέον, η δουλειά του ορκωτού λογιστή συμβάλλει στην ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης, αφού τα αποτελέσματα των ελέγχων τους χρησιμοποιούνται από τις διοικήσεις για τη βελτίωση των εσωτερικών ελέγχων και διαδικασιών. Αυτό αυξάνει τη διαφάνεια και την υπευθυνότητα μέσα στους οργανισμούς, βοηθώντας στην αποφυγή επαναλαμβανόμενων περιπτώσεων απάτης στο μέλλον. Η παρούσα μελέτη διερεύνησε τις αντιλήψεις των συμμετεχόντων σχετικά με τη σημασία των ορκωτών λογιστών, την ανεξαρτησία τους και την επίδραση των ελέγχων στη διαφάνεια και την εταιρική διακυβέρνηση. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν σε ερωτήματα σχετικά με τις απόψεις τους σχετικά με την αξιοπιστία και την ουσιαστικότητα των ελεγκτών για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των μετόχων και την προώθηση της εταιρικής ευθύνης. Η ανάλυση των απαντήσεων που συλλέχθηκαν αποκάλυψε μια ευρεία αναγνώριση της ζωτικής σημασίας λειτουργίας των νόμιμων ελεγκτών στη διατήρηση της διαφάνειας, παράλληλα με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σε ένα ολοένα και πιο δυναμικό επιχειρηματικό περιβάλλον. Τα αποτελέσματα της έρευνας υποδεικνύουν επίσης την ανάγκη για ενίσχυση των κανονιστικών πλαισίων που διασφαλίζουν την ανεξαρτησία των ελεγκτών, ώστε να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων και να ενισχύεται η εμπιστοσύνη του κοινού. Επιπλέον, αποκαλύφθηκε η επιθυμία των συμμετεχόντων για αυξημένη διαφάνεια και βελτίωση των διαδικασιών ελέγχου, ενώ παράλληλα διατυπώθηκαν προτάσεις για μεγαλύτερη ενσωμάτωση των ελεγκτών στη στρατηγική διακυβέρνηση των εταιρειών. Συνολικά, η έρευνα φωτίζει τις αντιλήψεις και τις προτάσεις των ενδιαφερομένων και παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την κατανόηση του πώς μπορεί να ενισχυθεί ο ρόλος των ορκωτών ελεγκτών στο σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον.