Welcome

to IHU Open Access Repository

 

Πρόσφατες Υποβολές

Τεκμήριο
Η χρήση του δικτυακού τόπου των ΚΕΠ ως εργαλείο στρατηγικής για την εξυπηρέτηση των πολιτών: μελέτη περίπτωσης η Περιφερειακή Ενότητα Σερρών
(ΔΙΠΑΕ, 2026-09-08) Τσακιρίδου, Ιωάννα; Κωνσταντινίδης, Χρήστος; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός στη δημόσια διοίκηση έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις παρέχουν υπηρεσίες και αλληλεπιδρούν με τους πολίτες. Ο εκσυγχρονισμός των δημόσιων υπηρεσιών στην Ελλάδα έχει ενταθεί χάρη στις πολιτικές ψηφιακής διακυβέρνησης που εφαρμόζονται και στην εισαγωγή υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Υπό αυτή την έννοια, τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) έχουν μετατραπεί σε σημαντικούς οργανισμούς που βοηθούν τους πολίτες στις αλληλεπιδράσεις τους με τις διοικητικές διαδικασίες και, ταυτόχρονα, οι επίσημοι ιστότοποί τους έχουν μετατραπεί σε σημαντικές ψηφιακές πλατφόρμες για την παροχή υπηρεσιών και πληροφοριών. Ο κύριος στόχος της παρούσας μελέτης είναι η ανάλυση της χρήσης του ιστότοπου των ΚΕΠ ως μέσου για την αύξηση της παροχής υπηρεσιών προς τους πολίτες, χρησιμοποιώντας την Περιφερειακή Ενότητα Σερρών ως μελέτη περίπτωσης. Η παρούσα έρευνα θα αναλύσει τις αντιλήψεις των πολιτών σχετικά με τη χρησιμότητα του ιστότοπου, εστιάζοντας ιδιαίτερα σε ζητήματα που σχετίζονται με τη χρηστικότητα, την προσβασιμότητα, την ποιότητα των πληροφοριών, την εμπιστοσύνη και τη συνολική ικανοποίηση. Επιπλέον, η μελέτη θα διερευνήσει τη συμβολή του ιστότοπου των ΚΕΠ στην αύξηση της επικοινωνίας μεταξύ των πολιτών και της δημόσιας διοίκησης. Με βάση την έρευνα, είναι σαφές ότι ο ιστότοπος των ΚΕΠ αποτελεί ένα κρίσιμο στρατηγικό εργαλείο για την πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες, την αύξηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας της διοίκησης και τη συνολική βελτίωση της ποιότητας της παροχής υπηρεσιών. Η χρηστικότητα και η προσβασιμότητα του ιστότοπου, καθώς και η ποιότητα των παρεχόμενων πληροφοριών, έχουν αναγνωριστεί ως οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν την ικανοποίηση των χρηστών από τις ηλεκτρονικές δημόσιες υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, πρέπει να ληφθούν υπόψη ζητήματα που σχετίζονται με τον ψηφιακό γραμματισμό, την τεχνολογική υποδομή και την ανάγκη για συνεχή βελτίωση του ιστότοπου και την οργανωτική προσαρμογή. Συνολικά, η έρευνα δείχνει ότι η στρατηγική ανάπτυξη και η συνεχής αξιολόγηση των ιστότοπων των ΚΕΠ μπορούν να βοηθήσουν στη βελτίωση της ψηφιακής διακυβέρνησης και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και της διαφάνειας της δημόσιας διοίκησης. Τα ευρήματα προσφέρουν αρκετές χρήσιμες προτάσεις για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τους δημόσιους φορείς σχετικά με τρόπους βελτίωσης των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών στην Ελλάδα.
Τεκμήριο
Το εργασιακό περιβάλλον και η εργασιακή ικανοποίηση στη Δημόσια Διοίκηση: μελέτη περίπτωσης των Δημόσιων Υπηρεσιών του Νομού Κιλκίς
(ΔΙΠΑΕ, 2026-09) Ανδρεάδου, Μαρία; Κωνσταντινίδης, Χρήστος; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τον ρόλο του εργασιακού περιβάλλοντος και της εργασιακής ικανοποίησης ως στρατηγικών παραγόντων για την εύρυθμη λειτουργία των οργανισμών της Δημόσιας Διοίκησης. Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διοικητικό και κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, οι δημόσιοι οργανισμοί καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξημένες απαιτήσεις για αποτελεσματικότητα, διαφάνεια και παροχή ποιοτικών υπηρεσιών προς τον πολίτη. Στο πλαίσιο αυτό, η διαμόρφωση ενός υποστηρικτικού εργασιακού περιβάλλοντος και η ενίσχυση της εργασιακής ικανοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού αναδεικνύονται σε κρίσιμες προϋποθέσεις για τη βελτίωση της οργανωσιακής απόδοσης και της ποιότητας των παρεχόμενων δημόσιων υπηρεσιών. Η εργασία βασίζεται σε εκτενή βιβλιογραφική ανασκόπηση σχετικά με τις έννοιες του εργασιακού περιβάλλοντος και της εργασιακής ικανοποίησης, τις κυριότερες θεωρίες παρακίνησης και οργανωσιακής συμπεριφοράς, καθώς και τους παράγοντες που επηρεάζουν την επαγγελματική στάση και απόδοση των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα. Παράλληλα, εξετάζονται οι ιδιαιτερότητες της Δημόσιας Διοίκησης και ο τρόπος με τον οποίο οι συνθήκες εργασίας, η ηγεσία, η οργανωσιακή υποστήριξη, οι διαπροσωπικές σχέσεις και οι δυνατότητες επαγγελματικής ανάπτυξης συμβάλλουν στη διαμόρφωση της εργασιακής ικανοποίησης. Το εμπειρικό μέρος της έρευνας υλοποιήθηκε με ποσοτική μεθοδολογική προσέγγιση, μέσω δομημένου ερωτηματολογίου που διανεμήθηκε σε εργαζομένους του Δήμου Κιλκίς και του Γενικού Νοσοκομείου Κιλκίς. Σκοπός της έρευνας είναι η διερεύνηση του βαθμού εργασιακής ικανοποίησης των εργαζομένων, η αποτύπωση των χαρακτηριστικών του εργασιακού περιβάλλοντος και η διερεύνηση της σχέσης των δύο αυτών παραγόντων με την εύρυθμη λειτουργία των συγκεκριμένων δημόσιων οργανισμών. Τα αποτελέσματα της έρευνας αναμένεται να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν την εργασιακή ικανοποίηση στον δημόσιο τομέα και να διατυπώσουν τεκμηριωμένες προτάσεις για τη βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος, την αποτελεσματικότερη διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού και την αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Τεκμήριο
Ο Ψηφιακός Μετασχηματισμός ως στρατηγική ανάπτυξης στη Δημόσια Διοίκηση: η περίπτωση των Κέντρων Εξυπήρετησης πολιτών- ΚΕΠ
(ΔΙΠΑΕ, 2026-09-07) Βασιοπούλου, Γιαννούλα; Κωνσταντινίδης, Χρήστος; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων
Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών της Δημόσιας Διοίκησης του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος και έχει ως σκοπό να εξετάσει και να αναλύσει ένα σημαντικό θέμα της επικαιρότητας που αφορά στην εφαρμογή του ψηφιακού μετασχηματισμού στη Δημόσια Διοίκηση ως στρατηγική ανάπτυξης και πιο συγκεκριμένα στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ). Για την πραγματοποίηση αυτής της ανάλυσης διαμοιράστηκε ένα ερωτηματολόγιο που δημιουργήθηκε με βάση τη βιβλιογραφική ανασκόπηση και μελετά τις απόψεις των υπαλλήλων των ΚΕΠ όσον αφορά στην εφαρμογή του ψηφιακού μετασχηματισμού στη διεκπεραίωση των διοικητικών διαδικασιών. Επίσης, η ανάλυση των δεδομένων και η παρουσίαση των αποτελεσμάτων διενεργήθηκε χρησιμοποιώντας το πακέτο στατιστικής ανάλυσης SPSS 29. Τα ευρήματα έδειξαν ότι οι περισσότεροι ερωτηθέντες θεωρούν ότι η εφαρμογή του ψηφιακού μετασχηματισμού έχει συμβάλει στη βελτίωση της εργασίας τους στα ΚΕΠ και στην αποτελεσματική διεκπεραίωση των διάφορων εργασιών τους. Επιπλέον, προβάλλονται κάποιες προκλήσεις που εντοπίζονται κατά την εφαρμογή του ψηφιακού μετασχηματισμού, όπως και η ανάγκη συνεχούς επιμόρφωσης των υπαλλήλων με στόχο την καλύτερη χρήση των ψηφιακών εργαλείων των ΚΕΠ, τη συνεχή τεχνική υποστήριξη και την επίλυση των τεχνικών προβλημάτων. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός συμβάλλει στη βελτίωση της εξυπηρέτησης των πολιτών και στην αποδοτικότητα των υπηρεσιών. Λέξεις- κλειδιά: ΚΕΠ, ψηφιακός μετασχηματισμός, δημόσια διοίκηση, εξυπηρέτηση πολιτών, υπάλληλοι
Τεκμήριο
Τεχνητή Νοημοσύνη και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: μελέτη περίπτωσης στον Νομό Σερρών
(ΔΙΠΑΕ, 2026-09-07) Ρακιτζή, Στυλιανή; Κωνσταντινίδης , Χρήστος; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων
Η ραγδαία διάδοση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) μετασχηματίζει τον τρόπο με τον οποίο παράγεται, οργανώνεται και αξιολογείται η γνώση, δημιουργώντας νέες δυνατότητες αλλά και νέες απαιτήσεις για τα εκπαιδευτικά συστήματα. Στο πλαίσιο αυτό, η επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών αποκτά στρατηγική σημασία, καθώς η αποτελεσματική αξιοποίηση της ΤΝ δεν εξαρτάται μόνο από την ύπαρξη τεχνολογικών εργαλείων αλλά κυρίως από τις γνώσεις, τις στάσεις, την παιδαγωγική κρίση και την ικανότητα των εκπαιδευτικών να τα εντάσσουν υπεύθυνα στη διδακτική πράξη. Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά την επαγγελματική ανάπτυξη και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στον Νομό Σερρών, με έμφαση στην ψηφιακή ετοιμότητα, στον γραμματισμό ΤΝ, στις στάσεις απέναντι στην ΤΝ, στις επιμορφωτικές ανάγκες, στα κίνητρα και στα εμπόδια συμμετοχής σε προγράμματα επαγγελματικής ανάπτυξης. Παράλληλα εξετάζει τον ρόλο της σχολικής υποστήριξης και των διαθέσιμων πόρων ως οργανωσιακών προϋποθέσεων για την ουσιαστική υιοθέτηση της ΤΝ και αναλύει με ποιον τρόπο η οργανωμένη επιμόρφωση και η υπεύθυνη αξιοποίησή της μπορούν να ενισχύσουν το ανθρώπινο κεφάλαιο και να λειτουργήσουν ως μορφή στρατηγικής ικανότητας και ως «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα», με την έννοια της βελτίωσης της εκπαιδευτικής ποιότητας, της καινοτομίας, της προσαρμοστικότητας και της αποτελεσματικότητας της σχολικής μονάδας. Η έρευνα ακολουθεί ποσοτική προσέγγιση μελέτης περίπτωσης και βασίζεται σε δομημένο ερωτηματολόγιο. Η εμπειρική ανάλυση βασίζεται σε 120 απαντήσεις εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στον Νομό Σερρών. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν υψηλή αποδοχή της ανάγκης για συνεχιζόμενη επιμόρφωση, θετικές προσδοκίες από τη χρήση της ΤΝ και παράλληλα σημαντικές ανησυχίες για την αξιοπιστία, την προστασία προσωπικών δεδομένων και την κριτική σκέψη. Η εργασία καταλήγει σε προτάσεις για στοχευμένη, πρακτική και διαφοροποιημένη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, με συνδυασμό τεχνικών, παιδαγωγικών και ηθικο-νομικών διαστάσεων, καθώς και με σταθερή σχολική υποστήριξη, κατάλληλες υποδομές και κοινότητες επαγγελματικής μάθησης. Η ανθρώπινη εποπτεία, η διαφάνεια, η κριτική αξιολόγηση των παραγόμενων αποτελεσμάτων, η ισότιμη πρόσβαση και η προστασία των μαθητών αναδεικνύονται ως αναγκαίες προϋποθέσεις για μια βιώσιμη και παιδαγωγικά υπεύθυνη ενσωμάτωση της ΤΝ
Τεκμήριο
Συγκρούσεις, τριβές και Burnout στον εργασιακό χώρο: η περίπτωση μελέτης στον χώρο της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Περιφερειακή Ενότητα Σερρών
(ΔΙΠΑΕ, 2026) Δαφνοπούλου, Παρθένα; Πασχαλούδης , Δημήτριος; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τα φαινόμενα των εργασιακών συγκρούσεων, των τριβών και της επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout) στον χώρο της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Περιφερειακή Ενότητα Σερρών. Σκοπός της μελέτης είναι να αποτυπώσει το εργασιακό κλίμα στις σχολικές μονάδες, να αναλύσει τις σχέσεις των εκπαιδευτικών με τη διοίκηση, τους συναδέλφους και τους γονείς, καθώς και να εξετάσει τις τρεις διαστάσεις του burnout: τη συναισθηματική εξάντληση, την αποπροσωποποίηση και την προσωπική επίτευξη. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, πραγματοποιήθηκε ποσοτική πρωτογενής έρευνα με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου σε δείγμα εκπαιδευτικών της περιοχής. Στην πλειοψηφία τους, οι συμμετέχοντες ήταν μόνιμες γυναίκες εκπαιδευτικοί, άνω των πενήντα ετών, με μακρά προϋπηρεσία στην υπηρεσία. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι σχέσεις των εκπαιδευτικών με τη διοίκηση των σχολείων είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικές, με χαμηλά επίπεδα διαφωνιών, σαφή ανάθεση καθηκόντων και απουσία φαινομένων μεροληψίας ή ευνοιοκρατίας. Παρομοίως, οι οριζόντιες σχέσεις μεταξύ των συναδέλφων και οι επαφές με τους γονείς των μαθητών χαρακτηρίζονται από ηρεμία, αν και εντοπίζονται περιθώρια βελτίωσης στην ενίσχυση του ομαδικού πνεύματος. Αντίστοιχα, η διάσταση της επαγγελματικής εξουθένωσης αναδεικνύει σημαντικές προκλήσεις. Καταγράφονται υψηλά επίπεδα συναισθηματικής εξάντλησης και καθημερινής κόπωσης, φαινόμενο που πηγάζει κυρίως από τις αυξημένες απαιτήσεις της τάξης και, κυρίως, από τον έντονο γραφειοκρατικό φόρτο εργασίας, ο οποίος διαχέεται αρνητικά στην προσωπική και οικογενειακή ζωή των εκπαιδευτικών. Παρά ταύτα, οι δείκτες αποπροσωποποίησης παραμένουν εξαιρετικά χαμηλοί, ενώ το αίσθημα προσωπικής επίτευξης είναι υψηλό, καθώς οι εκπαιδευτικοί νιώθουν ότι επιδρούν θετικά στις ζωές των μαθητών τους. Συμπερασματικά, η έρευνα αναδεικνύει την ανάγκη για μείωση της γραφειοκρατίας, αναβάθμιση των σχολικών υποδομών και θεσμοθέτηση εξειδικευμένων επιμορφωτικών προγραμμάτων στη διαχείριση κρίσεων και συγκρούσεων.