Διδακτορικές και Μεταδιδακτορικές Διατριβές/ PhD and Postdoctoral Thesis
Μόνιμο URI για αυτήν την κοινότηταhttps://repository.ihu.gr/handle/123456789/46883
Περιηγούμαι
Πλοήγηση Διδακτορικές και Μεταδιδακτορικές Διατριβές/ PhD and Postdoctoral Thesis ανά Συγγραφέα "Θεοδωρίδου, Ελένη"
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω
Τώρα δείχνει 1 - 1 από 1
- Αποτελέσματα ανά σελίδα
- Επιλογές ταξινόμησης
Τεκμήριο Η συμβολή των μαίων/μαιευτών στην ανίχνευση, πρόληψη και διαχείριση περιστατικών παιδικής κακοποίησης(ΔΙΠΑΕ, 2025-12-16) Θεοδωρίδου, Ελένη; Αντωνάκου, Αγγελική; Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα ΜαιευτικήςΕισαγωγή: Η παιδική κακοποίηση και παραμέληση (ΚαΠα-Π) αποτελεί ένα σύνθετο και πολυδιάστατο πρόβλημα δημόσιας υγείας με σοβαρές βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες στη σωματική, ψυχολογική και γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Η εμβρυϊκή και βρεφική ηλικία παρέχουν ένα μοναδικό «παράθυρο ευκαιρίας» για τους επαγγελματίες υγείας, και ειδικότερα για τις/τους μαίες/τές, να εντοπίσουν έγκαιρα ευάλωτες οικογένειες και να παρέμβουν προληπτικά. Σκοπός: H διερεύνηση των γνώσεων των μαιών/τών στην Ελλάδα αναφορικά με τους παράγοντες κινδύνου, την αναγνώριση και τη διαχείριση περιστατικών κακοποίησης και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας εκπαιδευτικής παρέμβασης στο επίπεδο γνώσεων, στάσεων και πρόθεσης αναφοράς. Μεθοδολογία: Προοπτική μελέτη με πειραματικό μικτό σχεδιασμό, με ομάδα ελέγχου και επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, η οποία διήρκεσε από τον Φεβρουάριο 2023 έως τον Μάιο 2025. Αρχικά, πραγματοποιήθηκε η στάθμιση των ερωτηματολογίων CARIS (Child Abuse Report Intention Scale) και SISRCAN (Screening Instrument for Suspected Risk for Child Abuse and Neglect) σε δείγμα 70 Ελληνίδων μαιών/τών. Στη συνέχεια, εξετάστηκαν σε βάθος οι γνώσεις και οι προσδιοριστικοί παράγοντες που δύνανται να επηρεάσουν τη συμπεριφορά αναφοράς ύποπτων περιστατικών παιδικής κακοποίησης, σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 493 μαιών/των. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκαν 7 εκπαιδευτικές παρεμβάσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και αξιολογήθηκαν οι γνώσεις, οι στάσεις, ο έλεγχος αντιληπτής συμπεριφοράς και η πρόθεση αναφοράς πριν, αμέσως μετά, και 6 μήνες μετά την παρέμβαση για να αξιολογηθεί η διακράτηση των γνώσεων. Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας το λογισμικό IBM SPSS Statistics, έκδοση 29.0 (IBM Corp., Armonk, NY) για Windows, ενώ το επίπεδο σημαντικότητας για όλες τις αναλύσεις ορίστηκε στο 5%. Αποτελέσματα: Αναφορικά με τη στάθμιση των ερωτηματολογίων CARIS και SISRCAN προέκυψαν συνεπή, σταθερά και ιδιαίτερα επαναληπτικά αποτελέσματα. Για το CARIS, ο συντελεστής Cronbach’s alpha κυμάνθηκε από 0,549 - 0,810 ανάλογα με την υποκλίμακα, ο συντελεστής ρ του Pearson κυμάνθηκε από 0,649 έως 0,797, ενώ όλα τα t-tests σε ζευγάρια δειγμάτων, εκτός από ένα, δεν ήταν στατιστικώς σημαντικά. Όσον αφορά την υποκλίμακα «Προβλεπόμενες Στάσεις Συμπεριφοράς: Ερωτήσεις Σκιαγράφησης και Επιλογές Αντίδρασης», ο συντελεστής Cronbach’s alpha κυμάνθηκε από 0,527 έως 0,890 ανάλογα με την υποκλίμακα, και ο συντελεστής ρ του Pearson κυμάνθηκε από 0,803 έως 0,850, ενώ όλα τα t-tests σε ζευγάρια δειγμάτων, εκτός από δύο, δεν ήταν στατιστικώς σημαντικά. Για το SISRCAN καταγράφηκε υψηλή εσωτερική συνοχή (α=0,889-0,929) και ισχυρή αξιοπιστία επανελέγχου (ICC=0,947, p<0,001). Στο κυρίως μέρος της μελέτης έλαβαν μέρος 493 μαίες και μαιευτές (97,2% γυναίκες), με μέση ηλικία 44,59 (±10.33) έτη και 18,46 (±10.46) έτη επαγγελματικής εμπειρίας. Το 93,7% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι δεν έλαβε καμία εκπαίδευση για την ΚαΠα-Π προπτυχιακά ενώ το 69,0% ένιωθε ανεπαρκώς προετοιμασμένο από την υπηρεσιακή εκπαίδευση. Το μέσο σκορ γνώσεων για την ΚαΠα-Π και το νομικό πλαίσιο ήταν μέτριο (6,52/13), δηλαδή οι συμμετέχουσες απάντησαν σωστά μόνο στο 51% των ερωτήσεων. Το 37,9% δεν γνώριζε αν έχουν νομική υποχρέωση αναφοράς περιστατικών. Μόνο το 8,9%, δήλωσε ότι έχει κάνει αναφορά πιθανού περιστατικού στην εργασία του ενώ το 17,1% είχε υποψιαστεί περιστατικό αλλά δεν το ανέφερε. Οι κυριότεροι λόγοι μη αναφοράς ήταν το αίσθημα ανασφάλειας για τα αποδεικτικά στοιχεία, ο φόβος εξέλιξης της υπόθεσης στα δικαστήρια και η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη νόμιμη αρχή. Η μελέτη ανέδειξε τις έντονα αρνητικές στάσεις των μαιών/τών απέναντι στη σωματική τιμωρία, τη θετική στάση απέναντι στην επαγγελματική τους ευθύνη και την ισχυρή πρόθεση τους να αναφέρουν περιστατικά σοβαρής κακοποίησης (33,55/40). Οι στάσεις (Spearman’s ρ = 0,418, p < 0,001), ο έλεγχος αντιληπτής συμπεριφοράς (Spearman’s ρ = 0,368, p < 0,001), τα υποκειμενικά κριτήρια (Spearman’s ρ = 0,217, p < 0,001) και οι γνώσεις (Spearman’s ρ = 0,165, p < 0,001) συσχετίστηκαν μέτρια ή ελαφρά θετικά με την πρόθεση αναφοράς της παιδικής κακοποίησης από τις μαίες/τές. Τέλος, οι γνώσεις των μαιών αναφορικά με την αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου και των συμπτωμάτων της ΚαΠα-Π φάνηκαν μέτριες με μέσο σκορ ίσο με 239,23/335 (± 23,60) μονάδες. Η εκπαιδευτική παρέμβαση ήταν αποτελεσματική, οδηγώντας σε στατιστικά σημαντική αύξηση σε όλες τις γνώσεις, στάσεις και συμπεριφορές καθώς και σε όλες τις υποδιαστάσεις της κλίμακας SISRCAN (p ≤ 0,034) αμέσως μετά την ολοκλήρωση της. Το ίδιο αποτέλεσμα προέκυψε και 6 μήνες μετά από την παρέμβαση, με εξαίρεση τα Υποκειμενικά Κριτήρια που οριακά δεν προέκυψε σημαντική αύξηση (p = 0,057). Τα αποτελέσματα έξι μήνες μετά την παρέμβαση έδειξαν, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, με την πάροδο του χρόνου χάνεται μέρος της αποτελεσματικότητάς της. Συμπέρασμα: Για πρώτη φορά σταθμίστηκαν στην Ελλάδα τα εργαλεία CARIS και SISRCAN. Τα ευρήματα της διατριβής επιβεβαίωσαν ότι οι Ελληνίδες/ες μαίες/τές έχουν σοβαρές ελλείψεις στην εκπαίδευση σχετικά με την ΚαΠα-Π, γεγονός που συνάδει με τα διεθνή δεδομένα. Παρά τις θετικές στάσεις απέναντι στην επαγγελματική τους ευθύνη, η μέτρια αρχική γνώση και η έλλειψη εμπιστοσύνης στο νομικό σύστημα οδήγησαν σε χαμηλά ποσοστά πραγματικής αναφοράς. Η εκπαιδευτική παρέμβαση αποδείχθηκε αποτελεσματική για την αύξηση των γνώσεων και της αυτοπεποίθησης των μαιών/μαιευτών. Ωστόσο, η στατιστικά σημαντική απώλεια γνώσης σε ορισμένες υποκλίμακες εντός 6 μηνών υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη για συστηματική και επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση των μαιών/τών. Η διατριβή αναδεικνύει την ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις στην προπτυχιακή και συνεχιζόμενη υποχρεωτική εκπαίδευση των μαιών/τών σε θέματα ΚαΠα-Π, με έμφαση στην οικογενειοκεντρική προσέγγιση, την ψυχική υγεία της μητέρας και τη διεπιστημονική συνεργασία, ώστε να διατηρηθεί η κλινική επάρκεια. Είναι επιτακτική η θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής αναφοράς υποψίας παιδικής κακομεταχείρισης και από τις μαίες/τές και η παροχή νομικής προστασίας (ασυλία) σε περίπτωση καλόπιστης αναφοράς, όπως ισχύει πλέον για ιατρούς, φυσικοθεραπευτές και φαρμακοποιούς. Η μελλοντική έρευνα πρέπει να επικεντρωθεί στη μέτρηση της επίδρασης της εκπαίδευσης στην πραγματική αναφορά περιστατικών, καθώς και στη χαρτογράφηση του πλήρους πεδίου εφαρμογής των μαιευτικών πρακτικών στην πρόληψη της ΚαΠα-Π.
