Διδακτορικές και Μεταδιδακτορικές Διατριβές/ PhD and Postdoctoral Thesis
Μόνιμο URI για αυτήν την κοινότηταhttps://repository2024.ihu.gr/handle/123456789/46883
Περιηγούμαι
Πλοήγηση Διδακτορικές και Μεταδιδακτορικές Διατριβές/ PhD and Postdoctoral Thesis ανά Ημερομηνία έκδοσης
Τώρα δείχνει 1 - 20 από 29
- Αποτελέσματα ανά σελίδα
- Επιλογές ταξινόμησης
Τεκμήριο The acute and long-term effects of pre-workout supplement ingestion on athletic performance in basketball players.(ΔΙΠΑΕ, 2024-07-20) DOULIGERIS, ATHANASIOS; Papadopoulou, Sousana; Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Επιστημών Διατροφής και ΔιαιτολογίαςThe primary objectives of the present thesis were to i) investigate the acute (single dose) effects of a pre-workout supplement [PWS; 200 mg caffeine, 3.3 g creatine monohydrate, 3.2 g β-alanine, 6 g citrulline malate and 5 g branched-chain amino acid (BCAA) per dose] on jumping, sprinting, agility, anaerobic and aerobic performance and ii) examine long-term (4 weeks) effects of a PWS on body composition, anaerobic alactic (jumping, sprinting, agility), anaerobic lactic (Running-based Anaerobic Sprint Test: RAST), and aerobic performance and muscle damage/health-related markers within the in-season period in well-trained basketball players. 30 well-trained basketball players (age: 25.2 ± 6.8 years, height: 185.6 ± 7.0 cm, weight: 85.8 ± 11.7 kg, body fat: 16.9 ± 3.7 %) in a double-blind placebo-controlled study, that investigated the acute (single dose) effect of a PWS on anaerobic alactic (jumping, sprinting, agility), anaerobic lactic (RAST) and aerobic performance (Yo-Yo Intermittent Recovery Test Level 1) were assigned either to pre-workout (PWS, n=15) or placebo (PL, n=15) groups. Basketball-specific performance measurements were assesed on two different days (1-week interval) within the in-season period. During the first trial, half of the players in each group randomly performed the measurements without PWS or PL, while the remaining participants, 30 minutes before the assessments, consumed PWS or PL. The reverse condition was implemented during the second trial. Eighteen basketball players (age: 24.4 ± 6.3 years, height: 185.7 ± 8.0 cm, weight: 85.7 ± 12.8 kg, body fat: 16.5 ± 4.2 %) in a randomized, double-blind, parallel 4-week study that investigated the effects of a PWS ingested prior to exercise on body composition, anaerobic lactic (jumping, sprinting, agility) performance, anaerobic lactic (RAST) performance, aerobic (Yo-Yo Intermittent Recovery Test Level 1) performance, and muscle damage/health-related markers, were randomly seperated into two different groups: pre-workout supplement (PWS, n = 10) or placebo (PL, n = 8). Supplementation lasted four weeks during the in-season period, with daily ingestion of 20 grams of PWS or isocaloric PL 30 minutes before training or after waking up on off days. The results following acute PWS ingestion indicated significant improvements in counter-movement jump (CMJ) (PWS: 4.3±2.1%; PL: 1.2±1.0%), agility (PWS: -2.9±1.8%; PL: 1.8±1.7%), RAST average (PWS: 18.3±9.1%; PL: -2.2±2.0%), minimum power (PWS: 13.7±8.9%; PL: - 7.5±5.9%), and fatigue index (PWS: -25.0± 0.9%; PL: -4.6± 0.6%) in PWS group (p < 0.05) vs. PL group (p > 0.05). No significant changes were found, either within or between groups in sprinting, aerobic performance, or blood lactate concentrations (p > 0.05). The results following four weeks of PWS ingestion indicated significant improvements in aerobic performance in PWS group (PWS: 8 ± 6%; PL: -2 ± 6%; p = 0.004) compared to PL. Moreover, it was found that both groups had a significant decrease in peak (F=7.0; p = 0.017), average (F=10.7; p = 0.005), and minimum power (F=5.1; p = 0.039) after the 4-week supplementation period. We did not detect any other significant changes between groups (p > 0.05). According to the results of our study and considering the study's limitations, it seems that an acute consumption of PWS could improve basketball players' jumping, agility and anaerobic performance but not peak power, sprinting and aerobic performance. Moreover, 4 weeks of PWS supplementation within the in-season period seems to beneficially affect the aerobic performance of well-trained basketball players. However, it did not prevent the observed decrease in anaerobic power and had no effect on the other measurements of anaerobic alactic performance (jumping, sprinting, and agility performance). Hence, no other significant changes were found in body composition, or muscle damage and health-related bloodborne markers.Τεκμήριο Start-Up Επιχειρηματικότητα: έρευνα σχέσεων μεταβλητών με χρήση πινάκων διασταύρωσης, συντελεστών συσχέτισης, αμοιβαίας πληροφορίας, και οφέλους πληροφορίας(ΔΙΠΑΕ, 2024-12) Σπυρόπουλος, Θεοχάρης-Στυλιανός Κ.; Πολυχρονίδου , Περσεφόνη; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Οικονομικών ΕπιστημώνΗ παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει την επιχειρηματικότητα των ελληνικών Start-Up (νεοφυών επιχειρήσεων). Η διδακτορική διατριβή βασίζεται σε μεθόδους ποσοτικής ανάλυσης με την χρήση δομημένου ερωτηματολογίου. Η διαμόρφωση του ερωτηματολογίου πραγματοποιήθηκε με την ολοκλήρωση της αντίστοιχης βιβλιογραφικής ανασκόπησης, όπου επισημάνθηκαν οι κύριες μεταβλητές που σχετίζονται με την επιχειρηματικότητα σε επίπεδο Start-Up. Η διδακτορική διατριβή επικεντρώνεται αυστηρά σε Start-Up επιχειρήσεις οι οποίες έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα, και η συλλογή δεδομένων έγινε σε επίπεδο ιδρυτών των Start-Up. Εξετάζονται Start-Up επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονται σε διαφορετικές φάσεις ανάπτυξης, προκειμένου να υπάρξει καλύτερη κατανόηση του φαινομένου της Start-Up επιχειρηματικότητας, μεγάλο μέρος της οποίας δεν έχει αποχτήσει ακόμα εταιρική μορφή και είναι συνεπώς δύσκολη η εξέταση της με βάση τα επίσημα στοιχεία. Εξετάζεται ένας σημαντικός αριθμός μεταβλητών που σχετίζονται με την επιχειρηματικότητα των Start-Up, όπως το Φύλο, η Ηλικία, η Εκπαίδευση, το Οικογενειακό Περιβάλλον των ιδρυτών, ο αριθμός των ιδρυτών κάθε Start-Up, το επίπεδο επιτυχίας, η επιχειρηματική εκπαίδευση, η εμπειρία, η ίδρυση από τους ιδρυτές προηγούμενων εταιριών Start-Up και η συνέχεια της λειτουργίας τους, τα έτη λειτουργείας της παρούσας Start-Up, η στόχευση της Start-Up σε επιχειρήσεις ή καταναλωτές, ο τομέας επιχειρηματικής δραστηριότητας, ο λόγος ίδρυσης της Start-Up και οι λόγοι ίδρυσης προηγουμένων Start-Up, ο ρόλος της επιχειρηματικής ευκαιρίας, της τεχνολογικής εξέλιξης, του επιχειρηματικού μοντέλου και της καινοτομίας διαδικασιών. Παράλληλα μελετώνται παράγοντες όπως ο ανταγωνισμός, ο βαθμός καινοτομίας, οι ανάγκες χρηματοδότησης, η πνευματική περιουσία και οι στρατηγικές συνεργασίες της επιχείρησης. Συγκεντρώθηκαν 321 ερωτηματολόγια κατά το διάστημα Νοεμβρίου 2022- Δεκεμβρίου 2023, και στη συνέχεια τα δεδομένα κωδικοποιήθηκαν ώστε να επεξεργαστούν. Το συγκεκριμένο δείγμα ικανοποιεί μια σειρά κριτηρίων για την επιστημονική έρευνα, τα οποία παρουσιάζονται λεπτομερώς στο κεφάλαιο της Μεθοδολογίας στην παρούσα διατριβή. Οι μέθοδοι ποσοτικής ανάλυσης που xxii χρησιμοποιήθηκαν περιλαμβάνουν την Περιγραφική Στατιστική, Πίνακες Διασταυρώσεων, Συντελεστής Συσχέτισης Pearson, Δείκτες Εντροπίας Αμοιβαίας Πληροφορίας και Οφέλους Πληροφορίας καθώς και στοιχεία από την Θεωρία Γράφων/Δικτύου. Τα ευρήματα επισημαίνουν μια σειρά σχέσεων ανάμεσα στις μεταβλητές που εξετάζονται και ειδική έμφαση δίνεται σε παράγοντες που συνεισφέρουν στην επιτυχία των Start-Up, ενώ παράλληλα επισημαίνονται και σχέσεις ανάμεσα στις υπόλοιπες μεταβλητές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Συγκριτική Ανάλυση, η σύγκριση δηλαδή των αποτελεσμάτων ανάμεσα στις διαφορετικές ποσοτικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν. Παράλληλα επισημαίνεται το γεγονός ότι οι μεταβλητές είναι δυνατόν να παρουσιάζουν διαφορετικές σχέσεις μεταξύ τους σε διαστήματα μεταξύ διαφορετικού εύρους τιμών. Συγκεκριμένα εξετάζοντας την μεταβλητή «Επιτυχία» και αποδίδοντας 5 διαφορετικούς βαθμούς επιτυχίας προέκυψαν ενδιαφέροντα συμπεράσματα ανάμεσα σε Start-Up οι οποίες ανήκουν σε διαφορετικά επίπεδα επιτυχίας σε ότι αφορά τις σχέσεις μεταξύ των μεταβλητών και επισημαίνεται η δυσκολία αναγωγής (ή η ιδιαίτερη προσοχή που απαιτείται) σε ορισμένες περιπτώσεις γενικών συμπερασμάτων από το σύνολο των δεδομένων σε συγκεκριμένο εύρος τιμών. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν τον ρόλο της αναγνώρισης της επιχειρηματικής ευκαιρίας τις ανάγκες χρηματοδότησης και την ανάγκη δημιουργίας στρατηγικών συνεργασιών, όπως και τους ρόλους της επιχειρηματικής εκπαίδευσης, της ηλικίας και της εμπειρίας των ιδρυτών Start-Up. Τα βασικά συμπεράσματα εξετάζονται ως προς τις επιχειρηματικές συνέπειες που επιφέρουν και επισημάνθηκαν πιθανά σημεία βελτίωσης των αποτελεσμάτων της StartUp επιχειρηματικότητας.Τεκμήριο ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ COVID-19 ΛΟΙΜΩΞΗ(ΔΙΠΑΕ, 2024-12-13) Κελλαρτζή, Πολυτίμη; Χατζηδημητρίου, Μαρία; Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Βιοϊατρικών ΕπιστημώνΓενικά στοιχεία Τα περισσότερα Εθνικά Συστήματα Υγείας παγκοσμίως, μεταξύ αυτών και το ελλη- νικό, επιβαρύνθηκαν έντονα κατά τη διάρκεια των αλλεπάλληλων κυμάτων της παν- δημίας από τον νέο κορωνοϊό SARS COV-2. Οι νοσοκομειακές κλίνες, ιδίως αυτές των ΜΕΘ/ΜΑΦ, κατέστησαν ανεπαρκείς σε αριθμό. Υπό αυτές τις συνθήκες οι ιατ- ροί ήλθαν αντιμέτωποι με δυσχερείς καταστάσεις, όπως υπερβολική υπερωριακή ερ- γασία, ανάγκη να εφαρμόσουν αυστηρά μέτρα ατομικής προστασίας έναντι του ιού και υπέρβαση ηθικών διλημμάτων, όπως η απόφαση για επιλογή ασθενών για εισα- γωγή σε ΜΕΘ/ΜΑΦ ή διασωλήνωση, με την τελευταία να τους οδηγεί σε ηθικό τρα- ύμα. Σε συνδυασμό με τον φόβο μίας άγνωστης νόσου και την απρόβλεπτη εξέλιξη της πανδημίας δημιουργήθηκε μία κατάσταση που πιθανώς αποτελεί παράγοντα κιν- δύνου για τους ιατρούς, ώστε να εμφανίσουν συμπτώματα ψυχικών διαταραχών όπως άγχος, κατάθλιψη ή PTSD. Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η διερεύνηση των εμπειριών των συμμετε- χόντων κατά την εργασία τους σε συνθήκες πανδημίας και των ηθικών διλημμάτων με τα οποία ήλθαν αντιμέτωποι. Ως απώτερο στόχο είχε την κατανόηση των σχετι- κών προβλημάτων και των συνεπειών που είχαν οι συνθήκες εργασίας τους κατά την πανδημία στους ίδιους και στους συναδέλφους τους, και τη συνεισφορά στον ευρύ- τερο δημόσιο επιστημονικό διάλογο για την κατάρτιση προτάσεων βελτίωσης των συνθηκών εργασίας τους σε μελλοντικές έκτακτες καταστάσεις. Μέθοδοι και συμμετέχοντες Στην έρευνα συμμετείχαν 58 άτομα (31 άνδρες και 27 γυναίκες), άπαντες ιατροί που κατά την πανδημία SARS COV-2 εργάζονταν σε νοσηλευτικά ιδρύματα, εκτός από δύο φοιτητές ιατρικής, οι οποίοι και αυτοί εργάζονταν σε νοσηλευτικά ιδρύματα εθε- λοντικά. Οι παραπάνω εκλήθησαν να απαντήσουν σε ένα ερωτηματολόγιο με ερωτή- σεις που αφορούσαν στα κοινωνικο-δημογραφικά και εργασιακά δεδομένα τους, στις εμπειρίες τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας από τον SARS-COV-2 και στη γνώμη τους επάνω σε κάποια ηθικά διλήμματα που τέθηκαν παγκοσμίως κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Επίσης, περιλάμβανε δύο σταθμισμένα ερωτηματολόγια, το PHQ-4 και IES-R, τα οποία χρησιμοποιούνται στη διεθνή βιβλιογραφία ως εργαλεία διαλο- γής για τη διερεύνηση της παρουσίας συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης, και δια- ταραχής μετατραυματικού στρες (PTSD) αντίστοιχα. Οι μονοπαραγοντικές συσχετί- σεις μεταξύ των παραγόντων έκθεσης σε κίνδυνο και των συχνοτήτων εμφάνισης συμπτωμάτων ψυχικών διαταραχών ελέγχθηκαν με το τεστ Pearson’s χ2, που θεωρεί- ται κατάλληλο για συσχετίσεις μεταξύ δύο ονομαστικών μεταβλητών. Αποτελέσματα-Συζήτηση Περίπου το ένα τέταρτο των συμμετεχόντων εμφάνισαν συμπτώματα ψυχικών διατα- ραχών. Συγκεκριμένα, 27,5% παρουσίασαν συμπτώματα άγχους (σκορ υποκλίμακας άγχους του PQR-4 ≥ 3), 22,4% συμπτώματα κατάθλιψης (σκορ υποκλίμακας κατάθ- λιψης PQR-4 ≥ 3), 24,1% συνδυασμένα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης (σκορ αμφότερων των υποκλιμάκων του PQR-4 ≥ 3) και 24,1% συμπτώματα PTSD (συνο- λικό σκορ του ερωτηματολογίου IES-R-Gr ≥ 33). Ως παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση συμπτωμάτων άγχους αναδείχθηκαν η ηλικία ≤ 30 ετών, η υπηρεσία στον τομέα της υγείας ≤ 10 ετών, η εργασία στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης σε άμεση επαφή με τους ασθενείς COVID-19, το ισ- τορικό σωματικών νόσων με λήψη θεραπείας και η νόσηση από άλλες σωματικές παθήσεις εκτός της COVID-19 κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ως προστατευτικός παράγοντας αναδείχθηκε η υπηρεσία στο εργαστήριο. Ως παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση συμπτωμάτων κατάθλιψης αναδείχ- θηκαν η εργασία στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης σε άμεση επαφή με τους ασθε- νείς COVID-19, το ιστορικό ψυχικών παθήσεων, το ιστορικό σωματικών παθήσεων με ή χωρίς λήψη θεραπείας και η νόσηση από άλλες σωματικές παθήσεις εκτός της COVID-19 κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ως προστατευτικός παράγοντας αναδε- ίχθηκε η υπηρεσία στο εργαστήριο. Ως παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση συνδυασμένων συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης αναδείχθηκαν η ηλικία ≤ 30 ετών, η υπηρεσία στον τομέα της υγείας ≤ 10 ετών, η εργασία στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης σε άμεση επαφή με τους ασθενείς COVID-19, το ιστορικό σωματικών παθήσεων με ή χωρίς λήψη θεραπείας, η νόσηση από άλλες σωματικές παθήσεις εκτός της COVID-19 κατά τη διάρκεια της πανδημίας και η εμφάνιση νέας ψυχικής πάθησης κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ως παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση συμπτωμάτων PTSD αναδείχθηκαν η ηλικία ≤ 30 ετών, η εργασία στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης σε άμεση επαφή με τους ασθενείς COVID-19, οι ελλείψεις υλικών διάγνωσης και θεραπείας των ασθε- νών, η νόσηση από άλλες σωματικές παθήσεις εκτός της COVID-19 κατά τη διάρκε- ια της πανδημίας και η εμφάνιση νέας ψυχικής πάθησης κατά τη διάρκεια της παν- δημίας. Ως προστατευτικός παράγοντας αναδείχθηκε η εργασία στο εργαστήριο. Συνολικά, η παρούσα έρευνα επιβεβαίωσε τη δυνατότητα της πανδημίας COVID-19 να επηρεάσει αρνητικά την ψυχολογία ενός σημαντικού μέρους των ιατ- ρών. Σε γενικές γραμμές τα αποτελέσματα της εν λόγω έρευνας συνάδουν με αυτά της διεθνούς βιβλιογραφίας Μέσα από την παρούσα εργασία αναδεικνύεται η ανάγκη μέριμνας από την πλευρά των νοσοκομείων, και κατ’ επέκταση του Υπουργείου Υγείας, για να υπάρχει επάρ- κεια διαγνωστικών και θεραπευτικών υλικών, κλινών ΜΕΘ/ΜΑΦ και κανονικών κλινών, αλλά και ψυχολογική υποστήριξη μέσα στους χώρους εργασίας. Κατά αυτόν τον τρόπο θα είναι δυνατόν να ελαφρυνθεί το ψυχικό βάρος που υφίστανται οι ιατ- ροί κατά την υπηρεσία σε δύσκολες συνθήκες και να περιοριστεί σε ένα μεγάλο βαθ- μό ο κίνδυνος εκδήλωσης σε αυτούς ψυχικών διαταραχών, το οποίο εκτός από τη δι- κή τους υγεία, υποβαθμίζει και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας προς τους ασθενείς. Επίσης, απαιτείται πρόσθετη έρευνα για τους παράγοντες που συσχετίζονται με τη διαταραχή της ψυχικής υγείας των ιατρών, οπωσδήποτε όμως θα πρέπει αυτές να εφαρμόσουν μεθόδους τυχαίας επιλογής για την κατάρτιση του δείγ- ματός τους.Τεκμήριο Οικονομική Ανάπτυξη, Ενεργειακή Κατανάλωση και Περιβαλλοντική Πολιτική: εμπειρικές μελέτες στο πλαίσιο Βιώσιμης Ενεργειακής Μετάβασης της Ελλάδας(ΔΙΠΑΕ, 2025-01) Τριανταφυλλίδου, Άννα Ι.; Μαντζάρης , Ιωάννης; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Οικονομικών ΕπιστημώνΗ διδακτορική διατριβή επικεντρώνεται στη μελέτη του ενεργειακού τομέα στην Ελλάδα υπό το πρίσμα της οικονομικής ανάλυσης, μέσω εμπειρικών εφαρμογών και στατιστικών εργαλείων. Δόθηκε μεγάλη έμφαση στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ κατανάλωσης ενέργειας, οικονομικής ανάπτυξης και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Μέσα από οικονομετρικές αναλύσεις και εμπειρικά δεδομένα, η μελέτη διερευνά πώς ή χρήση ανανεώσιμων και μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα και τις εκπομπές CO₂ θέτοντας στο επίκεντρο τα ζητήματα ενεργειακής βιωσιμότητας και περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ένα βασικό σημείο της ανάλυσης αφορά την εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τα ορυκτά καύσιμα τα οποία συνδέονται με υψηλές εκπομπές CO₂. Στόχος της μελέτης είναι να κατανοηθεί η αιτιώδης σχέση μεταξύ των μεταβλητών αυτών, ώστε να παρασχεθούν τεκμηριωμένα δεδομένα για το πως η οικονομική ανάπτυξη συνδέεται με την ενεργειακή κατανάλωση και την περιβαλλοντική επιβάρυνση. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας οδηγεί σε μεγαλύτερη ζήτηση ενέργειας και, κατά συνέπεια, σε αυξημένες εκπομπές CO₂, ιδιαίτερα όταν η ενέργεια προέρχεται από μη ανανεώσιμες πηγές. Με σκοπό την ενίσχυση των δυνατοτήτων τής Ελλάδας για ενεργειακή μετάβαση, η διατριβή προσφέρει μια συστηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση, εστιάζοντας στη σημασία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Οι πολιτικές τής Ευρωπαϊκής Ένωσης ενθαρρύνουν τη μείωση των εκπομπών μέσω της αύξησης της ενεργειακής αποδοτικότητας και της αξιοποίησης των ανανεώσιμων πηγών. Σημαντικό εύρημα της μελέτης είναι η διαπίστωση ότι ενώ οι ανανεώσιμες πηγές συμβάλλουν στη μείωση των εκπομπών, η υλοποίηση της ενεργειακής μετάβασης είναι αργή. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι θα χρειαστούν ακόμη περισσότερες επενδύσεις και υποστήριξη τόσο σε κυβερνητικό επίπεδο όσο και από διεθνείς φορείς και ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Η διατριβή, επιπλέον, αναλύει την ελληνική ενεργειακή αγορά, καταγράφοντας αναλύει την ελληνική ενεργειακή αγορά, καταγράφοντας ιστορικές και ρυθμιστικές εξελίξεις, ενώ εξετάζει το ζήτημα της ενεργειακής φτώχειας. Οι υψηλές τιμές ενέργειας επιβαρύνουν σημαντικό τμήμα του πληθυσμού και ή μετάβαση σε καθαρότερες πηγές ενέργειας, αποτελεί πρόκληση για την εξασφάλιση κοινωνικής δικαιοσύνης, μειώνοντας τις κοινωνικές ανισότητες. Η ανάλυση υπογραμμίζει την ανάγκη για μέτρα που θα διασφαλίζουν ότι η πράσινη μετάβαση δεν θα επιβαρύνει τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, ενώ προτείνει πολιτικές που συνδυάζουν την ενεργειακή αποδοτικότητα με τη μείωση του κόστους ενέργειας για τα νοικοκυριά. Χρησιμοποιώντας δεδομένα από το 2000 έως το 2020, ή παρούσα διατριβή διερευνά την πιθανή ύπαρξη αιτιώδους σχέσης κατά Granger, αναδεικνύοντας τη σύνδεση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων με την αύξηση των εκπομπών CO₂. Η ανάλυση των διεθνών τιμών πετρελαίου και της αντίστοιχης ελληνικής αγοράς, καταδεικνύει τις επιπτώσεις των διεθνών διακυμάνσεων στο εγχώριο ενεργειακό κόστος, μέσα από το φαινόμενο "Rockets and Feathers". Το φαινόμενο αυτό περιγράφει την ταχύτερη άνοδο των εγχώριων τιμών ενέργειας όταν οι διεθνείς τιμές αυξάνονται, ενώ οι μειώσεις είναι πιο αργές σε περιόδους πτώσης των διεθνών τιμών. Η παρούσα διατριβή αναδεικνύει τη σημασία της ασυμμετρίας αυτής, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για αποτελεσματικότερες στρατηγικές τιμολόγησης στην ελληνική αγορά ενέργειας. Καταλήγει ότι παρά τις προόδους στον ενεργειακό τομέα, η Ελλάδα χρειάζεται να εντείνει τις προσπάθειές της για την επίτευξη των κλιματικών στόχων. Μέσω των προτάσεων που αναπτύσσονται στη μελέτη και των αποτελεσμάτων των εμπειρικών εφαρμογών που παρουσιάζονται, η έρευνα επιδιώκει να συμβάλει στη διαμόρφωση της ενεργειακής στρατηγικής για την Ελλάδα, η οποία θα συνδυάζει την οικονομική ανάπτυξη με την περιβαλλοντική βιωσιμότητα.Τεκμήριο Η Περιφερειακή Οργάνωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ανάλυση–μοντελοποίηση–προτάσεις ανάπτυξης με τη χρήση τεχνικών Κοινωνικών Δικτύων(ΔΙΠΑΕ, 2025-01) Φιλέντα, Παγώνα Γ.; Κύδρος , Δημήτριος; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Οικονομικών ΕπιστημώνΗ Οικονομική και Περιφερειακή Ανάπτυξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί πρόσφατο αντικείμενο μελέτης στη διεθνή βιβλιογραφία. Οι ανισότητες που παρατηρούνται στη χωρική κατανομή του εισοδήματος, των οικονομικών ευκαιριών και των δραστηριοτήτων μεταξύ των περιφερειών έχουν προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον στους μελετητές τις τελευταίες δεκαετίες. Στόχος της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η διεπιστημονική προσέγγιση ενός θέματος, που παραδοσιακά ανήκει στην Οικονομική Επιστήμη. Προτείνουμε ένα μοντέλο, το οποίο εφαρμόζει την Ανάλυση Κοινωνικών Δικτύων (Social Network Analysis, SNA) στο πλαίσιο της Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάλυσης. Χρησιμοποιήσαμε ενδεικτικά ορισμένους μακροοικονομικούς και κοινωνικούς δείκτες από διάφορους τομείς και αναλύσαμε την πορεία τους για το χρονικό διάστημα 2010 2021 για τις περιφέρειες της ΕΕ. Το ερώτημα στο οποίο θέλουμε να απαντήσουμε είναι εάν μπορεί η Ανάλυση Κοινωνικών Δικτύων να αποτελέσει έναν εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης της Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης, καθώς αποτελεί μια διαδικασία που επιτρέπει τη διερεύνηση των κοινωνικών δομών με τη χρήση δικτύων και της θεωρίας γραφημάτων. Η Ανάλυση Κοινωνικών Δικτύων είναι μια διαδικασία διερεύνησης των κοινωνικών δομών με τη χρήση δικτύων. Με τη συμβολή της θεωρίας γραφημάτων, μελετά τις σχέσεις (συνδέσμους) που δημιουργούνται μεταξύ διαφορετικών μονάδων, όπως άτομα, ομάδες ή οργανισμοί (κόμβοι). Οι κόμβοι και οι σύνδεσμοι που αναπτύσσονται μεταξύ τους λαμβάνονται ως αλληλο-εξαρτώμενες και όχι ως αυτόνομες μονάδες. Ένα κοινωνικό δίκτυο μπορεί να συγκριθεί με έναν ιστό, ο οποίος καταγράφει τις σχέσεις ή τις αλληλεπιδράσεις των μονάδων. Τα δίκτυα περιλαμβάνουν τις κοινωνικές ή επαγγελματικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους, μέσω των οποίων ανταλλάσσονται πληροφορίες και υπηρεσίες ή καταγράφονται επαφές σε συστηματική βάση. Παρουσιάζουμε την οπτικοποίηση δικτύων των μακροοικονομικών δεικτών, τα οποία δημιουργούνται με βάση τον βαθμό συσχέτισης των δεδομένων, και υπολογίζουμε μετρικές και μέτρα κεντρικότητας για να συμπεράνουμε την αλληλεπίδραση των περιφερειών. Στόχος είναι να διαπιστωθεί κατά πόσον η εφαρμογή της Ανάλυσης Κοινωνικών Δικτύων θα μπορούσε να αποτελέσει μια εναλλακτική ερευνητική μέθοδο στη μελέτη της Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης. Παράλληλα εξετάζουμε την ομοιογένεια και συνοχή μεταξύ πέντε μακροοικονομικών και κοινωνικών δεικτών για 242 περιφέρειες NUTS 2 της ΕΕ: το κατά κεφαλή ΑΕΠ, το συνολικό ποσοστό ανεργίας, το ποσοστό των πολιτών που έχει ολοκληρώσει σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τον συνολικό αριθμό των διαθέσιμων νοσοκομειακών κλινών και το ποσοστό των πολιτών που χρησιμοποίησαν το διαδίκτυο για αλληλεπίδραση με τις δημόσιες αρχές. Μέσω των τεχνικών που διαθέτει η Ανάλυση Κοινωνικών Δικτύων εξετάζουμε την ύπαρξη κοινοτήτων περιφερειών, δηλαδή την ομαδοποίηση περιφερειών για κάθε δείκτη κι επιχειρούμε στη συνέχεια να καταλήξουμε σε ορισμένα συμπεράσματα: πώς προκύπτει η ομαδοποίηση; ποια είναι τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ των περιφερειών κάθε κοινότητας; τι μπορεί κανείς να συμπεράνει σχετικά με τον μεγάλο αριθμό κοινοτήτων σε ένα δίκτυο; πώς θα μπορούσαν να γεφυρωθούν οι κοινότητες; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που επιχειρήσαμε να απαντήσουμε. Τέλος, βάσει των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) της Πολιτικής Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης προτείνουμε την ενισχυτική εφαρμογή των Προτεραιοτήτων και Ειδικών Στόχων τους σε συγκεκριμένες και στοχευμένες περιφέρειες για κάθε μακροοικονομικό δείκτη, ώστε να μειωθούν οι περιφερειακές ανισορροπίες και να αυξηθεί η συνοχή τους σε ολόκληρη της επικράτεια της Ένωσης.Τεκμήριο Ανάλυση των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και της επίδοσης των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) Α' βαθμού µε βάση την λογιστική τους πληροφόρηση και το νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα(ΔΙΠΑΕ, 2025-02) Γαλάνης, Στέργιος; Παζάρσκης , Μιχαήλ; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Οικονομικών ΕπιστημώνΗ παρούσα διατριβή αποτελείται από τέσσερις εργασίες. Η εργασία του Εισαγωγικού Κεφαλαίου εξετάζει τη βιβλιογραφία σχετικά με τη διακυβέρνηση και ιδίως τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και απαντά σε τρία αλληλένδετα ερευνητικά ερωτήματα. Χρησιμοποιώντας μια τεχνική συστηματικής βιβλιογραφικής ανασκόπησης, εξετάζονται 90 άρθρα δημοσιευμένα σε περιοδικά με κριτές μεταξύ 1986 και 2021. Μετά το 2014, παρατηρείται μια αύξηση των δημοσιεύσεων, οι περισσότερες στις έρευνες μίας χώρας, στις ανεπτυγμένες και στις αναδυόμενες χώρες. Τα άρθρα δίνουν έμφαση στην έρευνα/ερωτηματολόγιο/άλλη εμπειρική μέθοδο, ενώ η πλειονότητα των άρθρων χρησιμοποιεί τη θεωρία της αντιπροσώπευσης ως μεθοδολογία. Επιπλέον, αναδεικνύεται ότι τα ερευνητικά θέματα της διακυβέρνησης και της λειτουργικής αποτελεσματικότητας εκτιμώνται ιδιαίτερα από τους ακαδημαϊκούς. Η εργασία του Μέρους Α’ Κεφαλαίου Α’ έχει ως στόχο να καταδείξει την οργάνωση και την εξέλιξη των νομικών πλαισίων εσωτερικού ελέγχου σε μια ομάδα μεσογειακών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία - PIGS) που αντιμετώπισαν σημαντικές οικονομικές προκλήσεις κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης στα τέλη της δεκαετίας του 2000 και στις αρχές της δεκαετίας του 2010, να αναδείξει ομοιότητες και διαφορές και να συγκρίνει το νομικό πλαίσιο κάθε χώρας υπό το πρίσμα της θεσμικής θεωρίας. Τα αποτελέσματα της έρευνας αποκαλύπτουν ότι τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) της Πορτογαλίας, της Ιταλίας, της Ελλάδας και της Ισπανίας (PIGS) παρουσιάζουν ένα μείγμα ομοιοτήτων και διαφορών που επηρεάζονται τόσο από τους κοινούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) όσο και από τα μοναδικά εθνικά πλαίσια. Η εργασία του Μέρους Β’ Κεφαλαίου Α’ έχει ως στόχο να αντιμετωπίσει την απουσία ανάπτυξης μια μεθοδολογίας για τον εντοπισμό και την αξιολόγηση των πιθανών κινδύνων κατά την προετοιμασία ενός σχεδίου εσωτερικού ελέγχου στους δήμους σε σχέση με την Ελλάδα και αλλού. Προτείνει ένα σχέδιο εσωτερικού ελέγχου με βάση τις ελεγκτικές προτεραιότητες επιδιώκοντας να διασφαλίσει τον επαρκή εντοπισμό, την αξιολόγηση και τη σύνδεση των κινδύνων που χαρακτηρίζουν τον δήμο εντός του ελεγκτικού σύμπαντος. Περαιτέρω, η προτεινόμενη μεθοδολογία ακολουθεί το διεθνές πλαίσιο επαγγελματικών πρακτικών και τα διεθνή πρότυπα για την επαγγελματική πρακτική του εσωτερικού ελέγχου. Η εργασία του Μέρους Β’ Κεφαλαίου Β’ ακολουθεί τη μέθοδο της εκτίμησης δεσμευμένης και της μη δεσμευμένης αποτελεσματικότητας τάξης α με στόχο να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα των ελληνικών ΟΤΑ α΄ βαθμού για τα έτη 2015-2020 αποκαλύπτοντας τους καθοριστικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον εσωτερικό έλεγχο. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι δήμοι της Ελλάδος είναι αναποτελεσματικοί κατά 53%. Αναφορικά με την επίδραση των εξωγενών/περιβαλλοντικών μεταβλητών, δύο από τις τέσσερις συνεχείς περιβαλλοντικές μεταβλητές είναι στατιστικά σημαντικές. Επιπλέον, τρεις από τις τέσσερις διακριτές περιβαλλοντικές μεταβλητές, ήτοι τα δημογραφικά στοιχεία των δήμων, τα μοναδικά γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά τους κ.λπ., η ορεινότητα και η περιφέρεια - είναι στατιστικά σημαντικές σε κάθε επίπεδο. Τα ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο εσωτερικός έλεγχος για να είναι αποτελεσματικός οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποτελέσματα της έρευνας ως προειδοποιητικά σημάδια (red flags). Τέλος, παρουσιάζονται τα συμπεράσματα και οι μελλοντικές προτάσεις για έρευνα.Τεκμήριο Το διεθνές εμπόριο μετά από κρίσεις και οι στρατηγικές αντιμετώπισης των συνεπειών τους: η περίπτωση της υγειονομικής κρίσης στην Ελλάδα(ΔΙΠΑΕ, 2025-05) Μοσκοφίδης, Αναστάσιος Παντ.; Μαγούλιος , Γεώργιος; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Οικονομικών ΕπιστημώνΜέσα από την παρούσα διατριβή επιχειρείται η διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας γύρω από τις συνθήκες και τους όρους που διαμορφώνονται σε επίπεδο διεθνούς εμπορίου μετά από κρίσεις, στην διεξοδική διερεύνηση και μελέτη των συνεπειών τους σε επίπεδο οικονομίας και στην έρευνα για τις στρατηγικές που εφαρμόζονται με σκοπό την επανεκκίνηση της οικονομίας και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας έπειτα από αντίστοιχες συνθήκες. Μεθοδολογικά, διεξάγεται δευτερογενής έρευνα σε διεθνείς βάσεις δεδομένων εφαρμόζοντας ορισμένες στατιστικές μεθόδους για τον έλεγχο των μεταβλητών (συγκριτική ανάλυση, πολλαπλή παλινδρόμηση, data panel analysis). Παράλληλα, χρησιμοποιείται πρωτογενής έρευνα μέσω δομημένου ερωτηματολογίου, διεξάγεται στατιστική επεξεργασία εφαρμόζοντας ως στατιστική μέθοδο την διερευνητική ανάλυση παραγόντων σκοπός της οποίας είναι να εμπλουτίσει τα δεδομένα και να αναδείξει τυχόν νέα ευρήματα. Τα αποτελέσματα συνοψίζονται σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας έχει να κάνει με τον όγκο και τη διάρθρωση του εξωτερικού εμπορίου, ενώ ο δεύτερος άξονας σχετίζεται με τις στρατηγικές και τους παράγοντες που δύναται να συντελέσουν στην ανάκαμψη του εξωτερικού εμπορίου. Επόμενα, αναφορικά με το εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδας επιβεβαιώνονται τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, αναδεικνύονται οι παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, επισημαίνεται ο χαμηλός βαθμός εξωστρέφειας της Ελλάδας, σημειώνεται η εξειδίκευση των εξαγωγών σε τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας, παρατηρείται η υστέρηση σε υλικοτεχνικές και ψηφιακές υποδομές στις διαδικασίες του εξωτερικού εμπορίου. Παράλληλα η μετά Covid – 19 εκκίνηση χαρακτηρίζεται από προκλήσεις ως προς την ανάγκη μετάβασης σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα βασίζεται σε «πράσινες» πρακτικές προστασίας του περιβάλλοντος, σε επιχειρηματικές ενέργειες κυκλικής οικονομίας, σε δραστηριότητες εξοικονόμησης ενέργειας και αειφόρου ανάπτυξης και θα συμβάλει σημαντικά στην επίσπευση της κλιματικής μετάβασης. Επιπλέον, επισημαίνεται η συμβολή της αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων στην ανάκαμψη της οικονομίας και του εξωτερικού εμπορίου και η ανάγκη προσαρμογής στον ψηφιακό μετασχηματισμό. H πρωτοτυπία και η ακαδημαϊκή συμβολή της διατριβής έγκειται στην διερεύνηση ενός παγκοσμίου εμβέλειας γεγονότος το οποίο αδιαμφισβήτητα επηρέασε τα θεμελιώδη μεγέθη των οικονομιών και του εξωτερικού εμπορίου διεθνώς. Η προσέγγιση στην ελληνική διάσταση και η σύγκριση των αντίστοιχων διεθνών και ευρωπαϊκών πλαισίων αποτελεί πρωτότυπη συνεισφορά στα πλαίσια της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας. Παράλληλα, μέσα από τη διατριβή αναδεικνύονται σημαντικά ευρήματα σχετικά με τις πολιτικές διαμόρφωσης εμπορικών στρατηγικών σε διεθνές, ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο για την αντιμετώπιση των συνεπειών και την επανεκκίνηση της οικονομίας, έπειτα από γεγονότα που χαρακτηρίζονται ως κρίσεις, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλει ουσιαστικά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών υπό τις οποίες διαμορφώνονται οι σχέσεις διεθνούς εμπορίου.Τεκμήριο Η Διαδικτυακή Καταναλωτική Συμπεριφορά της Γενιάς Ζ στα Σύγχρονα Τεχνολογικά Προϊόντα(ΔΙΠΑΕ, 2025-05-08) ΘΕΟΧΑΡΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ; Τσεκουρόπουλος, Γεωργιος; Χατζηγεωργίου, Χρυσούλα; Κοκκίνης, Γεώργιος; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Διοίκησης Οργανισμών, Μάρκετινγκ και ΤουρισμούΗ διαδικτυακή συμπεριφορά των καταναλωτών μπορεί να διαμορφωθεί από ένα πλήθος παραγόντων που είτε είναι αποτέλεσμα των προσπαθειών μίας επιχείρησης να προωθήσει τα προϊόντα της, είτε συμβαίνουν ως επακόλουθο της γενικότερης επιχειρησιακής στρατηγικής στο πέρασμα του χρόνου, είτε αφορούν τον ίδιο τον καταναλωτή. Η πρόβλεψη αυτής της συμπεριφοράς μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε συγκεκριμένες επιχειρησιακές αποφάσεις, σε αναλογία με τους στόχους της εκάστοτε επιχείρησης αλλά πάντα με απώτερο στόχο την μεγιστοποίηση των εσόδων και τη μείωση της πιθανότητας αποτυχίας ενός προϊόντος. Οι επιχειρήσεις για να πετύχουν τους στόχους τους, θα πρέπει να γνωρίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των καταναλωτών στους οποίους απευθύνονται καθώς και να είναι σε θέση να ελέγξουν, σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό, τους παράγοντες που επηρεάζουν την συμπεριφορά τους. Το γεγονός αυτό, μεγεθύνεται εάν το προϊόν που έχει δημιουργήσει η επιχείρηση κάνει την είσοδό του στην αγορά για πρώτη φορά. Η παρούσα διδακτορική διατριβή πραγματεύεται τους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την διαδικτυακή καταναλωτική συμπεριφορά μίας συγκεκριμένης ομάδας καταναλωτών, της Γενιάς Ζ, με ιδιαίτερα και μοναδικά χαρακτηριστικά, απέναντι σε τεχνολογικής φύσης προϊόντα που έχουν μόλις κυκλοφορήσει και βρίσκονται στη διάθεση του κοινού. Ειδικότερα, στοχεύει να διαπιστώσει πως ένα πλήθος παραγόντων που βιβλιογραφικά έχει βρεθεί ότι μεμονωμένα επηρεάζουν την καταναλωτική συμπεριφορά, διαμορφώνουν το σύνολο της καταναλωτικής συμπεριφοράς στο διαδίκτυο (πραγματοποίηση αγοράς, πρόθεση αγοράς, καταναλωτική συμπεριφορά μετά την αγορά και πρόθεση πιστότητας μετά την αγορά). Επιπρόσθετα, η έρευνα στοχεύει στην εμπειρική κατηγοριοποίηση των παραγόντων που επηρεάζουν την καταναλωτική συμπεριφορά και τη διερεύνηση της επιρροής τροποποιητικών παραγόντων (moderators) στη σχέση μεταξύ παραγόντων επιρροής και καταναλωτικής συμπεριφοράς. Για την εξυπηρέτηση των παραπάνω στόχων, αρχικά εξετάστηκαν δεκαεννιά θεωρίες καταναλωτικής συμπεριφοράς για να προσδιοριστούν οι μεταβλητές επιρροής και πραγματοποιήθηκε ποσοτική πρωτογενής έρευνα, η οποία χαρακτηρίζεται ως συγχρονική ή έρευνα χρονικής στιγμής (cross sectional research), σε δείγμα 302 καταναλωτών της Γενιάς Ζ που επιλέχθηκαν με δειγματοληψία ευκολίας και στοιχεία συστηματικής δειγματοληψίας. Το εργαλείο της έρευνας ήταν ένα δομημένο ερωτηματολόγιο από εδραιωμένες κλίμακες μέτρησης, σχεδιασμένο να διερευνήσει διάφορες διαστάσεις της καταναλωτικής συμπεριφοράς, ιδιαίτερα σε σχέση με την αγορά νέων τεχνολογικών προϊόντων από τη Γενιά Ζ, αποτελούμενο από επτά ενότητες. Ακόμα, εφαρμόστηκαν αυστηρές διαδικασίες ελέγχου (επιβεβαιωτική ανάλυση παραγόντων, έλεγχος ακραίων τιμών, έλεγχος αξιοπιστίας και κανονικότητας), διασφαλίζοντας την εγκυρότητα και την αξιοπιστία του εργαλείου, ενώ τηρήθηκαν οι καθιερωμένες ηθικές κατευθυντήριες γραμμές, όπως αυτές που περιγράφονται στη Διακήρυξη του Ελσίνκι. Η επεξεργασία των δεδομένων έγινε με το στατιστικό πακέτο SPSS, χρησιμοποιώντας αναλύσεις συσχετίσεων, πολλαπλές παλινδρομήσεις και ανάλυση τροποποιητών. Τα αποτελέσματα, μέσα από μια εμπειρική, με βάση τα δεδομένα προσέγγιση, ανέδειξαν έξι διακριτούς παράγοντες που επηρεάζουν την καταναλωτική συμπεριφορά της Γενιάς Ζ, τους παράγοντες συμπεριφοράς και στάσεων (Behavioral & Attitudinal factors), τις κοινωνικές επιρροές και τις επιρροές από ομότιμους (Social & Peer influences), τις επιπτώσεις του μάρκετινγκ και της διαφήμισης (Marketing & Advertising impact), την εμπειρία στο διαδίκτυο (Online experience), τους παράγοντες που σχετίζονται με το brand (Brand related factors), και τα χαρακτηριστικά της Γενιάς Ζ (Gen Z characteristics), αποκλίνοντας από προηγούμενες μελέτες που βασίζονταν σε θεωρητικές ή εννοιολογικές κατηγοριοποιήσεις. Η διατριβή δεν περιορίστηκε μόνο στον εντοπισμό των παραγόντων, αλλά προχώρησε στην διερεύνηση σαφών σχέσεων μεταξύ αυτών των έξι παραγόντων επιρροής και των διαφόρων διαστάσεων της καταναλωτικής συμπεριφοράς, όπως οι πραγματική αγορά, οι αγοραστικές προθέσεις, η καταναλωτική συμπεριφορά και οι προθέσεις πιστότητας μετά την αγορά. Αυτές οι διαστάσεις εξετάστηκαν στο πλαίσιο των ταχέως εξελισσόμενων νέο εισερχόμενων τεχνολογικών προϊόντων, καθιστώντας τα ευρήματα ιδιαίτερα επίκαιρα και σχετικά. Οι συνδέσεις που αποκαλύπτονται στη μελέτη προσφέρουν μοναδικά δεδομένα σε ένα ερευνητικό αντικείμενο που αποτελεί επίκεντρο στη διεθνή βιβλιογραφία. Τα ευρήματα για το πώς κάθε παράγοντας επιρροής και οι μεταβλητές που τον αποτελούν, αλληλεπιδρά με τις διαστάσεις της καταναλωτικής συμπεριφοράς παρέχουν έναν λεπτομερή χάρτη της διαδικτυακής καταναλωτικής συμπεριφοράς, ο οποίος είναι κρίσιμος για την κατανόηση των προτιμήσεων και των τάσεων της Γενιάς Z, που χαρακτηρίζεται από την ψηφιακή αλληλεπίδραση σε κάθε στάδιο της αγοραστικής της συμπεριφοράς. Επιπλέον, τα προβλεπτικά μοντέλα που αναπτύχθηκαν παρέχουν πρακτική και εφαρμόσιμη αξία καθώς λειτουργούν ως “εργαλειοθήκη” για τους επαγγελματίες του μάρκετινγκ και τα ίδια τα brands, προσφέροντας σαφείς κατευθύνσεις για το πώς συγκεκριμένοι παράγοντες επηρεάζουν την διαδικτυακή καταναλωτική συμπεριφορά και τις διαστάσεις της. Για παράδειγμα, τα μοντέλα μπορούν να καθοδηγήσουν τους marketers στη διάθεση πόρων ή στη δημιουργία στρατηγικών που επηρεάζουν τις αγοραστικές προθέσεις ή ενισχύουν την πιστότητα μετά την αγορά. Τέτοιες λεπτομερείς γνώσεις επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να σχεδιάζουν στοχευμένες, δεδομενοκεντρικές καμπάνιες μάρκετινγκ που ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις και τις συμπεριφορές της Γενιάς Z, αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό, την απόδοση της επένδυσής τους. Ακολούθως, η ενσωμάτωση βασικών μεταβλητών τροποποίησης, όπως το αντιλαμβανόμενο ρίσκο, η γεωγραφική τοποθεσία του ηλεκτρονικού καταστήματος και ο τύπος του προϊόντος, έδειξε επιπρόσθετες διαφοροποιήσεις στην διαδικτυακή καταναλωτική συμπεριφορά. Αυτές οι μεταβλητές αποκάλυψαν τη σημαντική επίδρασή τους στις σχέσεις μεταξύ των παραγόντων και των διαστάσεων της διαδικτυακής καταναλωτικής συμπεριφοράς, προσθέτοντας βάθος και πολυπλοκότητα στα ευρήματα. Μέσω της ανάλυσης αυτών των μεταβλητών, η μελέτη αρχικά υπογράμμισε την πολυπλοκότητα της καταναλωτικής συμπεριφοράς και στη συνέχεια, την ανάγκη για εξατομικευμένες στρατηγικές που καλύπτουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την διαδικτυακή καταναλωτική συμπεριφορά της Γενιάς Z. Τέλος, τα ευρήματα της έρευνας δίνουν τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να προσαρμοσουν τη στρατηγική τους στα μοναδικά χαρακτηριστικά αυτής της επιδραστικής ομάδας καταναλωτών και καθώς η Γενιά Z συνεχίζει να αναδεικνύεται ως βασική καταναλωτική δημογραφική ομάδα, οι γνώσεις και τα αποτελέσματα της έρευνας μπορούν να καθοδηγήσουν τις εταιρείες και τα brands στη δημιουργία καινοτόμων, εξατομικευμένων και αποτελεσματικών στρατηγικών μάρκετινγκ που συνδέονται με τις αξίες και τις συμπεριφορές της Γενιάς Ζ.Τεκμήριο Συγκριτική μελέτη της παστερίωσης σε ζωικά απόβλητα και υπολείμματα τροφίμων στη αναερόβια χώνευση, με στόχο την αξιολόγηση της απόδοσης βιοαερίου και την τεκμηρίωση της εξυγίανσης(ΔΙΠΑΕ, 2025-05-26) Μιχαηλίδου, Ιωάννα; Λυμπερόπουλος, Αριστοτέλης; Σχολή Γεωτεχνικών Επιστημών, Τμήμα ΓεωπονίαςΠΕΡΙΛΗΨΗ Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει ένα αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο για τη διαχείριση των ζωικών υποπροϊόντων (ΖΥΠ), με σκοπό να διασφαλίσει τη δημόσια υγεία και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναερόβια χώνευση (ΑΧ) αναδεικνύεται ως μια ολιστική και αποδοτική λύση για την επεξεργασία τους. Επιπρόσθετα, βελτιώνει την ποιότητα και αξία του παραγόμενου βιοαερίου, που θεωρείται ανανεώσιμο καύσιμο. Το αντικείμενο της παρούσης μελέτης ήταν να αξιολογήσει τη διαδικασία της αναερόβιας χώνευσης για παραγωγή βιοαερίου, εφαρμόζοντας παστερίωση και χρησιμοποιώντας διαφορετικές πηγές βιομάζας και παράλληλα να τεκμηριώσει την εξυγίανση του τελικού προϊόντος. Η μελέτη διεξήχθη σε εργαστηριακούς αναερόβιους αντιδραστήρες εφάπαξ πλήρωσης και τέσσερα διαφορετικά υποστρώματα μελετήθηκαν: κόπρος ορνίθων, χοίρων και βοοειδών, καθώς και υπολείμματα τροφίμων ζωικής και φυτικής προέλευσης από βιομηχανίες τροφίμων και εστιατόρια. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, η παστερίωση είναι υποχρεωτική στην ΑΧ για να εξασφαλιστεί η μικροβιακή ασφάλεια του τελικού προϊόντος. Έτσι, εφαρμόστηκε παστερίωση στους 70°C για 60 λεπτά στα μισά από τα δείγματα, για να αξιολογηθεί το αποτέλεσμα της παστερίωσης στην απόδοση της αναερόβιας χώνευσης. Τέσσερις πειραματικοί κύκλοι ΑΧ πραγματοποιήθηκαν, συγκρίνοντας την παραγωγή βιοαερίου από παστεριωμένα και μη παστεριωμένα δείγματα των υποστρωμάτων. Οι μετρήσεις αφορούσαν στην κάθε πρώτη ύλη αναφορικά με: i. τις συνολικές ποσότητες παραγωγής βιοαερίου σε ml, καθ’ όλη τη διάρκεια παραμονής του υλικού εντός του χωνευτήρα και ii. τις αποδόσεις παραγωγής σε ml/grFM και ml/grVS. Επιπρόσθετα πραγματοποιήθηκαν μικροβιολογικές αναλύσεις για Salmonella, E. coli, Enterococcus feacalis σε όλες τις πρώτες ύλες, παστεριωμένες και μη, σε κάθε παρτίδα τόσο πριν όσο και μετά την αναερόβια χώνευση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι: i. η επίδραση της παστερίωσης στην απόδοση της ΑΧ ποικίλλει ανάλογα με το υπόστρωμα. Συγκεκριμένα, η παστερίωση βελτίωσε ελαφρώς την παραγωγή βιοαερίου από ζωικά απόβλητα και ιδιαίτερα από την κόπρο ορνίθων, χωρίς να έχει την ίδια επίδραση στα υπολείμματα τροφίμων ζωικής και φυτικής προέλευσης, σύμφωνα με τις αποδόσεις σε βιοαέριο σε ml/grVS (η κόπρος ορνίθων έδωσε 383,89 έναντι 415,86 της παστεριωμένης, η χοιρινή έδωσε 346,79 έναντι 375,86 της παστεριωμένης, ενώ η κόπρος βοοειδών έδωσε 325,42 έναντι 334 της παστεριωμένης και τα υπολείμματα τροφίμων έδωσαν 752,69 έναντι 644,02 των παστεριωμένων) και τις τιμές p-value (0,228 για κόπρο ορνίθων, 0,707 για κόπρο χοίρων, 0,886 για κόπρο βοοειδών και 0,151 για τα υπολείμματα τροφίμων). Το γεγονός αυτό μπορεί να αποδοθεί στις δυναμικές που είναι ειδικές για κάθε υπόστρωμα, τονίζοντας την ανάγκη για περαιτέρω μελέτη και προσαρμογή της διαδικασίας ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του κάθε υποστρώματος και ii. η παστερίωση είναι αποτελεσματική στην εξυγίανση των τελικών προϊόντων από μικροβιακούς παράγοντες. Η αναερόβια χώνευση, σε συνδυασμό με την παστερίωση, προσφέρει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στην αποτελεσματική διαχείριση των ζωικών υποπροϊόντων, συμβάλλοντας στην προστασία του περιβάλλοντος και στην παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας. Οι ευρύτερες επιπτώσεις αυτής της μεθόδου περιλαμβάνουν τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τη βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων λιπασμάτων και την ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας, μέσω της αξιοποίησης των αποβλήτων. Η καινοτομία της έρευνάς μας έγκειται στη συγκριτική μελέτη της αναερόβιας χώνευσης συγκεκριμένων ζωικών υποπροϊόντων, μη παστεριωμένων και παστεριωμένων και ταυτόχρονα στην τεκμηρίωση της εξυγίανσης του τελικού προϊόντος. ABSTRACT The European Union has established a stringent legislative framework for managing of animal by-products (ABP’s) to ensure public health and sustainable development. Within this context, anaerobic digestion (AD) emerges as a holistic and efficient solution for processing these by-products. The AD caters the needs of health issues related to ABP’s. Moreover it improves the quality and value of produced biogas, which is a renewable energy source. The objective of the present study was to assess AD process for biogas production, applying pasteurization on different biomass sources and simultaneously to document the sanitation of final product. This study was conducted at a laboratory scale anaerobic digester. Four different substrates were tested: poultry manure, swine manure, cattle manure, and food waste of both animal and plant origin from food industries and restaurants. According to European Legislation, pasteurization is mandatory in AD, to ensure microbial safety of the final product. Hence, pasteurization at 70°C for 60 minutes was applied to half quantity of biomass sources to access the effect of pasteurization on AD performance. Four experimental AD cycles were conducted, comparing biogas production from pasteurized and unpasteurized substrate samples. The measurements concerned each raw material in terms of: i. the total quantities of biogas produced in ml, throughout the duration of the material's stay within the digester, and ii. the production yields in ml/gr FM (grams of fresh matter) and ml/gr VS (grams of volatile solids). Additionally, microbiological analyses were performed for Salmonella, E. coli, and Enterococcus faecalis on all raw materials, both pasteurized and non-pasteurized, in each batch, both before and after anaerobic digestion. The results showed that: i. the impact of pasteurization on AD performance varied depending on the substrate. Specifically, pasteurization improved slightly biogas production from animal waste, sufficient effect on poultry manure, though there was non effect on biogas production from food waste, according to biogas performances in ml/gr VS (poultry gave 383,89 versus 415,86 from pasteurized, swine gave 346,79 versus 375,86 from pasteurized, bovine gave 325,42 versus 334 from pasteurized and food waste gave 752,69 versus 644,02 from pasteurized) and p-values from each substrate (0,228 for poultry, 0,707 for swine, 0,886 for bovine and 0,151 for food waste). This phenomenon can be attributed to substrate-specific dynamics, highlighting the need for further study and adaptation of the process according to the characteristics of each biomass source and ii. pasteurization is effective in sanitizing final products from microbial agents. Anaerobic digestion, when combined with pasteurization, provides a comprehensive approach to managing animal by-products effectively, contributing to environmental protection and renewable energy production. The broader impacts of this method include reducing greenhouse gas emissions, improving the quality of produced fertilizers, and enhancing the circular economy through waste utilization. The innovation of our research lies in the comparative study of the anaerobic digestion of specific animal by-products, both pasteurized and non-pasteurized, while simultaneously documenting the sanitation of the final product.Τεκμήριο Ο ρόλος της ψυχικής ανθεκτικότητας και της αυτο-αποτελεσματικότητας στη σχέση της συναισθηματικής νοημοσύνης και της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών(ΔΙΠΑΕ, 2025-06-10) Παναγιωτίδου, Αθανασία; Χατζηγεωργίου , Χρυσούλα; Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης, Τμήμα Διοίκησης Οργανισμών, Μάρκετινγκ και ΤουρισμούΗ αξιολόγηση στο εκπαιδευτικό πλαίσιο παραμένει ένα επίκαιρο θέμα με πολλές προεκτάσεις και η ορθή εφαρμογή της αποτελεί ζήτημα καθοριστικής σημασίας για το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας. Ως εκ τούτου ο ρόλος του διευθυντή και συγκεκριμένα τα χαρακτηριστικά που διαθέτει ως αξιολογητής του εκπαιδευτικού προσωπικού είναι μείζονος σημασίας. Σκοπό της παρούσας διατριβής συνιστά η διερεύνηση του μεσολαβητικού ρόλου της ψυχικής ανθεκτικότητας και της αυτο-αποτελεσματικότητας στη σχέση μεταξύ της συναισθηματικής νοημοσύνης και της διαμορφωτικής αξιολόγησης με απώτερο στόχο να καθοριστούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που καθιστούν τον διευθυντή ικανό να υλοποιήσει με αποτελεσματικό τρόπο πρακτικές διαμορφωτικής αξιολόγησης. Το δείγμα αποτέλεσαν 258 διευθυντές/ντριες που υπηρετούν σε δημοτικά σχολεία των νομών Πιερίας, Ημαθίας, Πέλλας, Κιλκίς και Χαλκιδικής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Το προτεινόμενο μοντέλο εκτιμήθηκε με τα στατιστικά εργαλεία SPSS και PLS-SEM. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ψυχική ανθεκτικότητα αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα του μοντέλου, καθώς μεσολαβεί μεταξύ συναισθηματικής νοημοσύνης και της διαμορφωτικής αξιολόγησης. Ως προς την αυτο-αποτελεσματικότητα βρέθηκε ότι κατέχει θέση μεσολαβητή σε συνδυασμό με την ψυχική ανθεκτικότητα στη σχέση μεταξύ συναισθηματικής νοημοσύνης και της διαμορφωτικής αξιολόγησης και όχι μόνη της. Κρίνεται απαραίτητη, λοιπόν, η εφαρμογή επιμορφωτικών προγραμμάτων για την ενίσχυση ψυχικών δεξιοτήτων όπως η συναισθηματική νοημοσύνη, η ψυχική ανθεκτικότητα και η αυτο-αποτελεσματικότητα αλλά και για την εκμάθηση βασικών αρχών και πρακτικών διαμορφωτικής αξιολόγησης προκειμένου να ενταχθούν στη σχολική κουλτούρα.Τεκμήριο Μελέτη συστημάτων φαινολικών συστατικών- πολυσακχαριτών(ΔΙΠΑΕ, 2025-06-11) Θεοχαρίδου, Αθηνά; Καραγεωργίου, Βασίλειος; Σχολή Γεωτεχνικών Επιστημών, Τμήμα Επιστήμης και Τεχνολογίας ΤροφίμωνΣτην παρούσα διατριβή, δυαδικά και τριαδικά συστήματα αποτελούμενα από υδροκολλοειδή- (φαινολικά οξέα) -βλεννίνη (ή σίελος) μελετήθηκαν ώστε να αποκτηθεί μια πλήρης εικόνα των αλληλεπιδράσεων μεταξύ ορισμένων υδροκολλοειδών όπως το κόμμι γκουάρ και το κόμμι ξανθάνης, σε συνδυασμό με φαινολικά οξέα (γαλλικό και καφεϊκό οξύ), σε παρουσία και απουσία σιέλου. Τα συστήματα μελετήθηκαν σε τιμές pH 3 και 7 ώστε να προσομοιωθούν οι συνθήκες που επικρατούν στο στόμα και το στομάχι. Στα περισσότερα συστήματα, για λόγους απλούστευσης, αντί να χρησιμοποιηθεί σίελος, χρησιμοποιήθηκε η μεγαλύτερη σε συγκέντρωση πρωτεΐνη του, η βλεννίνη. Η μελέτη και η κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ αυτών των συστατικών αναμένεται να δώσει πληροφορίες για τον ρόλο του σιέλου στην κατανάλωση συστημάτων που περιέχουν πολυσακχαρίτες και φαινολικά συστατικά, αποσκοπώντας στην κατανόηση του φυσιολογικού ρόλου της βλεννίνης (και του σιέλου) αλλά και στην δημιουργία υποκατάστατων σιέλου για ανθρώπους που υποφέρουν από ξηροστομία. Επιπλέον, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαινολικών συστατικών και σιέλου μπορούν να εξηγήσουν αισθήσεις όπως το στυφό. Σε όλες τις μελέτες χρησιμοποιήθηκαν παρόμοιες μετρήσεις και συνθήκες. Αρχικά έγινε ένας φυσικοχημικός χαρακτηρισμός για κάθε συστατικό ξεχωριστά και σε συνδυασμό σε τιμές pH 3 και 7 όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Ο φυσικοχημικός χαρακτηρισμός αφορούσε σε μετρήσεις ζ-δυναμικού, δυναμικής σκέδασης φωτός και απορρόφησης. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της φθορισμομετρίας για να μελετηθούν οι αλληλεπιδράσεις φαινολικών οξέων-ξανθάνης. Όσον αφορά στις ρεολογικές μετρήσεις, έγιναν μετρήσεις τόσο διατμητικής όσο και εκτατικής ρεολογίας καθώς κατά την στοματική επεξεργασία συνυπάρχουν και συνολικά προσδίδουν την αίσθηση της υφής στο στόμα. Όλες οι μέθοδοι ήταν συμπληρωματικές και δημιουργήσαν μια ολοκληρωμένη εικόνα των αλληλεπιδράσεων και της επίδρασης αυτών στην υφή των συστημάτων. Αρχικά, έγινε βιβλιογραφική ανασκόπηση που αφορούσε στις οργανοληπτικές ιδιότητες και την υφή μαλακών τροφίμων που περιέχουν υδροκολλοειδή όπως το κόμμι γκουάρ και το κόμμι ξανθάνης, καθώς και στη χρήση τους ως συστατικά προϊόντων που προορίζονται για ανθρώπους με δυσφαγία ή ξηροστομία. Μελετήθηκαν τα κύρια φαινολικά συστατικά που υπάρχουν στα τρόφιμα και ο ρόλος αυτών στην αίσθηση του στιφού και επιπλέον έγινε μια εκτενής αναφορά στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των συστατικών των τροφίμων. Στη συνέχεια, μελετήθηκαν οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ κόμμεος γκουάρ και βλεννίνης σε τιμές pH 1-7 χρησιμοποιώντας ποικίλες φασματοσκοπικές και ρεολογικές μεθόδους. Η προσθήκη βλεννίνης στο σύστημα οδήγησε σε διαχωρισμό φάσης της διασποράς κυρίως σε όξινες τιμές pH όπου η βλεννίνη βρίσκεται κοντά στο ισοηλεκτρικό της σημείο. Η ρεολογία του συστήματος εξαρτάται κυρίως από την παρουσία του κόμμεος καθώς αυξάνει το ιξώδες των διασπορών ακόμη και σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Η εκτατική ρεολογία του συστήματος αποκάλυψε αρνητική συνέργεια μεταξύ των δύο συστατικών. Στη συνέχεια, περνώντας από το μη-ιονικό κόμμι γκουάρ, ένας φορτισμένος πολυσακχαρίτης (κόμμι ξανθάνης) μελετήθηκε σε συνδυασμό με φαινολικά οξέα (γαλλικό και καφεϊκό οξύ). Χρησιμοποιήθηκαν φασματοσκοπικές και ρεολογικές μέθοδοι σε συνδυασμό με φθορισμομετρία ώστε να αποκαλυφθούν οι μηχανισμοί αλληλεπίδρασης μεταξύ των συστατικών. Ανάμεσα στην ξανθάνη και στο καφεϊκό οξύ, οι κυριότερες αλληλεπιδράσεις ήταν αποκλεισμού όγκου και δεν επηρέασαν άμεσα τα μακροσκοπικά χαρακτηριστικά του συστήματος. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν τα αποτελέσματα της αλληλεπίδρασης της ξανθάνης με το γαλλικό οξύ, όπου το αρνητικό φορτίο του γαλλικού οξέος προκάλεσε σε μικρές συγκεντρώσεις ενίσχυση του δικτύου της ξανθάνης όμως σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις τα συστήματα αποσταθεροποιήθηκαν, υπήρξε διαχωρισμός φάσεων και μείωση του εκτατικού ιξώδους. Έπειτα, το κόμμι γκουάρ και το γαλλικό οξύ συνδυάστηκαν με τη βλεννίνη για την δημιουργία τριαδικών συστημάτων. Ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να προσδώσει πληροφορίες για τον τρόπο που συμπεριφέρονται συστήματα πλούσια σε φαινολικά συστατικά και πολυσακχαρίτες κατά την στοματική επεξεργασία και τον ρόλο που παίζει η βλεννίνη (ως κύριο συστατικό του σιέλου). Όπως ήταν αναμενόμενο, το μη-ιονικό κόμμι γκουάρ δεν αλληλοεπιδρά με το γαλλικό οξύ και δεν παρατηρείται διαχωρισμός φάσεων αντιθέτως, η συνύπαρξη τους οδηγεί στη δημιουργία ιξωδών, σταθερών διαλυμάτων που δεν επηρεάζονται από τις αλλαγές στις τιμές pH. Η εικόνα του συστήματος άλλαξε δραματικά με την προσθήκη βλεννίνης η οποία προκάλεσε διαχωρισμό φάσεων και μειωμένους χρόνους χαλάρωσης υποδεικνύοντας ότι κατά την στοματική επεξεργασία, η ρεολογία και τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά των συστημάτων μεταβάλλονται σημαντικά. Προκειμένου να μεταφερθούν τα παραπάνω σε ένα πραγματικό σύστημα, ως τελικό βήμα, παρασκευάστηκε ένα τριαδικό σύστημα που περιείχε πράσινο τσάι, κόμμι γκουάρ και ανθρώπινο σίελο. Τα συστήματα αυτά μελετήθηκαν στην αρχική τιμή pH τους ,κοντά στο 7 με χρήση φασματομετρικών και ρεολογικών δοκιμών καθώς και με χρωματογραφία χάρτου. Το πράσινο τσάι προκάλεσε καθίζηση στα σωματίδια του σιέλου, φαινόμενο που σχετίζεται με την προσλαμβανόμενη αίσθηση του στιφού. Η προσθήκη του κόμμεος γκουάρ οδήγησε σε πιο σταθερά συστήματα και αύξησε το εκτατικό ιξώδες. Σύμφωνα με τις χρωματογραφίκες μεθόδους, ο σίελος παρουσιάζει έναν διφασικό χαρακτήρα επιδεικνύοντας την ύπαρξη μεγάλων και μικρών σωματιδίων στο υγρό. Η συνύπαρξη του πράσινου τσαγιού και του σιέλου ενέτεινε την δημιουργία σύνθετων σωματιδίων τα όποια καθίζαναν γρήγορα. Η προθήκη κόμμεος γκουάρ, δημιούργησε μεγαλύτερα σωματίδια και σταθερότερα συστήματα τα οποία μπορεί να βοηθήσουν στη μείωση αίσθησης του στιφού καθώς μειώνουν την καθίζηση των σωματιδίων. Η παρούσα διατριβή υποδεικνύει ότι όταν η βλεννίνη (ή ο ανθρώπινος σίελος) αναμιγνύεται με συστήματα που περιέχουν υδροκολλοειδή, επηρεάζει τη σταθερότητα τους και κατά συνέπεια την εκτατική και τη διατμητική τους ρεολογία άρα και την προσλαμβανόμενη υφή. Η προσθήκη φαινολικών οξέων όπως το γαλλικό μπορεί να δυναμώσει το πολυσακχαριτικό δίκτυο κάνοντας το σύστημα πιο σταθερό, η δράση του όμως εξαρτάται από το pH και τη συγκέντρωση του γαλλικού οξέος, ενώ η προσθήκη καφεϊκού δεν επέφερε αλλαγές στο σύστημα. Τα παραπάνω δημιουργούν ένα αφήγημα από κάτω προς τα πάνω των αλληλεπιδράσεων μεταξύ δομικών (υδροκολλοειδή) και λειτουργικών συστατικών (πολυφαινόλες) των τροφίμων με τον βασικό πληθυσμό του σιέλου (βλεννίνες) μέσω μεσοσκοπικών φαινομένων (διαχωρισμός φάσης, συσσωμάτωση) και μακροσκοπικών (σταθερότητα, ρεολογία). Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν τα σημεία όπου τα συστατικά του σιέλου αλλάζουν τη συμπεριφορά των συστατικών του τροφίμου, οδηγώντας σε ερμηνεία φαινομένων όπως η αίσθηση του στυφού και δίνοντας κατευθυντήριες για την δημιουργία υποκατάστατων σιέλου.Τεκμήριο Development of intelligent computational methods for solving time-varying problems(ΔΙΠΑΕ, 2025-10-01) Γεροντίτης, Δημήτριος; Τζέκης, Παναγιώτης; Σχολή Μηχανικών, Τμήμα Μηχανικών Πληροφορικής και Ηλεκτρονικών ΣυστημάτωνThis PhD thesis presents the development of novel recurrent neural network (RNN) architectures, introducing new activation functions and discrete-time formulations to address time-varying problems in numerical linear algebra. While nonlinear activation functions have been shown to enhance the convergence speed of Zeroing Neural Network (ZNN) models, existing ZNN frameworks typically impose strict constraints—requiring activation functions to be both strictly odd and monotonically increasing. These limitations reduce the flexibility and expressive capacity of the models, underscoring the need for innovation in this area. In response, this thesis proposes enhanced models that significantly improve the accuracy and convergence performance of traditional approaches. The thesis is structured into four chapters. Chapter One introduces foundational concepts from mathematical analysis and matrix theory that support the structure of RNN models. It also reviews key definitions related to RNNs, common recurrent architectures, and widely used activation functions. Essential theorems from dynamical systems theory and core programming techniques employed throughout the research are also discussed. The chapter concludes with a survey of real-world applications where RNNs have proven effective in solving practical problems. Chapter Two extends the Zhang Neural Network (ZNN) framework to handle cases where the time derivative of the Zhangian function does not exist at certain points. To address such scenarios—where the indefinite error function E(t), whether matrix-, vector-, or scalar-valued, contains non-differentiable elements—two novel approaches are proposed. In addition, a new family of activation functions, specifically designed for integration within the ZNN framework, is introduced. These are used to construct advanced models for solving time-varying matrix equations, including the Stein, Sylvester, and Generalized Sylvester equations. Compared to earlier nonlinear RNN models with conventional activation functions, the proposed models exhibit significantly improved convergence rates. Simulink-based simulations validate the effectiveness of these models, demonstrating both faster convergence and improved solution accuracy. In Chapter Three, the thesis explores the application of discretization techniques to the ZNN framework, resulting in the formulation of novel discrete-time RNN models. These models are employed to solve a range of mathematical problems, such as matrix inversion and nonlinear optimization. Additionally, the discrete-time models are applied to robotics tasks, including robotic manipulator control and tracking control for the Stewart platform. Experimental results show that these models outperform existing discrete-time methods in terms of accuracy. Finally, Appendices A and B include Simulink diagrams of the baseline RNN models and activation functions used in comparative analyses, alongside those of the novel formulations proposed in this work.Τεκμήριο Μελέτη της στάσης των συγγενών των ασθενών με νόσο Alzheimer και συναφή ανοϊκά σύνδρομα απέναντι στην ευθανασία(ΔΙΠΑΕ, 2025-10-20) Προβιάς, Γεώργιος; Θεοφανίδης, Δημήτριος; Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα ΝοσηλευτικήςΕισαγωγή: Η Νόσος Alzheimer (ΝΑ) αποτελεί την πιο συχνή μορφή άνοιας, οδηγώντας σε προοδευτική απώλεια μνήμης και αυξανόμενη εξάρτηση από τρίτους, γεγονός που συνεπάγεται σημαντική συναισθηματική και οικονομική επιβάρυνση για το οικογενειακό περιβάλλον. Παρότι η ευθανασία παραμένει απαγορευμένη στην Ελλάδα, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης, ιδίως στο πλαίσιο της προοδευτικής αποπροσωποποίησης των ασθενών και της επιβάρυνσης των συγγενών τους. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση της στάσης των συγγενών των ασθενών που ζουν με ΝΑ και συναφή ανοϊκά σύνδρομα απέναντι στην ευθανασία. Υλικό & Μέθοδος: Η μελέτη περιλαμβάνει τέσσερις ομάδες συμμετεχόντων: συγγενείς ασθενών με ΝΑ σε πρώιμο, μέτριο και προχωρημένο στάδιο, και μια ομάδα ελέγχου χωρίς ασθενείς με ΝΑ. Το δείγμα αποτελείται από 171 συγγενείς και 86 άτομα στην ομάδα ελέγχου και η συλλογή δεδομένων έγινε μεταξύ Ιανουαρίου 2023 και Ιανουαρίου 2025. Για τη συλλογή χρησιμοποιήθηκαν τα ακόλουθα εργαλεία: MMSE για τη γνωστική λειτουργία, Barthel Index για τη λειτουργική αυτονομία, GDS για το επίπεδο καταθλιπτικής συμπτωματολογίας και EAS για τη στάση απέναντι στην ευθανασία. Αποτελέσματα: Το ερωτηματολόγιο EAS έχει υψηλή εσωτερική συνέπεια (a=0,949). Το 79,5% του δείγματος τάσσεται υπέρ της ευθανασίας. Η στάση αυτή δεν επηρεάζεται τελικά από την ίδια την ασθένεια (p>0,05). Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά που καθόρισαν τις απόψεις του δείγματος είναι η ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο, η οικογενειακή κατάσταση και η θρησκεία. Ενώ, οι συγγενείς ασθενών που εμφανίζουν κατάθλιψη είναι πιο θετικοί στην ευθανασία ενώ αυτοί που έχουν πλήρως εξαρτημένους συγγενείς και ζουν μαζί τους είναι λιγότερο θετικοί στο ενδεχόμενο απώλειάς τους. Συμπεράσματα: Παρόλο που το ποσοστό υπέρ της ευθανασίας είναι ιδιαίτερα υψηλό, η στάση των συγγενών ασθενών με ΝΑ αποδίδεται σε ζητήματα βιοηθικής και σε δημογραφικούς παράγοντες παρά στην ίδια τη νόσο.Τεκμήριο Optimal energy management strategies for autonomous and interconnected microgrids with renewable energy production and storage(ΔΙΠΑΕ, 2025-10-31) Τρίγκας, Δημήτριος; Παπαδοπούλου, Σημίρα; Σχολή Μηχανικών, Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής και ΔιοίκησηςThis thesis presents an integrated study on the energy management of autonomous multi-node microgrids, developed and analyzed using as a basis a real small-scale experimental installation. The primary objective is to design and demonstrate supervisory control strategies that maximize renewable energy utilization, minimize dependence on fossil-based backup units and ensure continuous supply to all loads. The study addresses the coordination of distributed renewable generation, energy storage, hydrogen systems and flexible demand through hierarchical energy management, with emphasis on the development and application of advanced predictive control frameworks. The research adopts a hierarchical control structure, with node-level strategies balancing renewable generation and storage and supervisory strategies coordinating energy exchanges across nodes. The first supervisory method explored is based on a Finite State Machine (FSM). By discretizing battery’s state of charge (SOC) into operational zones and defining transitions corresponding to import, export, or autonomous modes, the FSM provides a transparent and computationally efficient way to manage power exchanges. Results show that FSM-based coordination reduces renewable curtailment and backup systems utilization compared to isolated node operation. However, as a rule-based approach, it cannot anticipate future fluctuations or optimize decisions over time horizons longer than the present operating step. To overcome these limitations, the thesis develops a Nonlinear Model Predictive Control (NMPC) framework, which constitutes its central contribution. NMPC relies on forecasts of renewable generation and load profiles to optimize energy exchanges among nodes over a prediction horizon. By explicitly including the operational limits of the energy subsystems, NMPC ensures feasible operation while minimizing fossil fuel usage and renewable curtailment. Comparative studies demonstrate that isolated operation of each node, while capable of maintaining self-sufficiency, often results in inefficient use of storage resources and higher diesel reliance. NMPC coordination, by contrast, enables surplus renewable energy to be absorbed by neighboring nodes or storage systems and allows deficits to be shared across the network, significantly improving the efficiency. Building on this framework, the thesis explores the refinement of NMPC through the tuning of weight coefficients. These weights balance the importance assigned to SOC deviation from reference trajectories and control effort in the optimization problem. By employing a forecast-driven tuning mechanism, the NMPC adapts to changing operating conditions and improves flexibility in the management of renewable variability. Although the transition from local rule-based management to NMPC coordination represents the primary advance, the incorporation of weight tuning illustrates how predictive controllers can be further enhanced to achieve even greater efficiency. The thesis also examines the integration of electric vehicles (EVs) as flexible loads in the multi-node microgrid. Uncontrolled charging increases demand peaks and increases fossil fuel dependence, while optimal charging scheduling aligns EV demand with renewable availability. The results demonstrate that this approach reduces peak loads and improves renewable absorption, turning EVs into controllable resources that actively support system efficiency and stability. Finally, the study develops a digital twin of the experimental microgrid, designed as a digital replica that links operational data with a virtual representation. Except of providing monitoring capabilities, the digital twin enables predictive scenario analysis, that allows alternative control strategies and future conditions to be tested before deployment. This functionality enhances resilience, improves decision-making and complements the predictive supervisory control framework. The results of the thesis demonstrate that predictive supervisory management substantially improves the operation of autonomous multi-node microgrids. FSM-based control offers a first level of coordination, but NMPC provides a decisive improvement by proactively scheduling distributed resources and enabling effective energy exchange among nodes. Compared with isolated operation, NMPC achieves higher renewable utilization, reduced diesel usage and more balanced exploitation of both short and long-term storage. The addition of weight tuning further strengthens flexibility, while the integration of EVs and the digital twin expand the functionality and resilience of the system. All these contributions establish a comprehensive framework for the optimal and sustainable management of future distributed energy systems.Τεκμήριο Οι εκπαιδευτικές ανάγκες και ο φόβος για την ακτινοθεραπεία σε γυναίκες με καρκίνο του μαστού(ΔΙΠΑΕ, 2025-12-16) Ουζούνη , Αποστολίνα; Λαβδανίτη, Μαρία; Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα ΝοσηλευτικήςΕισαγωγή: Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τον συχνότερο τύπο καρκίνου στις γυναίκες, ενώ η ακτινοθεραπεία παραμένει βασική θεραπευτική επιλογή με αποδεδειγμένο όφελος. Παρά την αποτελεσματικότητά της, η διαδικασία συνοδεύεται από σημαντικό ψυχολογικό φόρτο, με τον φόβο να αποτελεί μία από τις κυρίαρχες και πολυδιάστατες συναισθηματικές αντιδράσεις. Η επαρκής και δομημένη εκπαίδευση των ασθενών έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την ψυχολογική δυσφορία και ενισχύει την προσαρμογή στη θεραπεία. Παράλληλα, απουσιάζει στα ελληνικά ένα ψυχομετρικά τεκμηριωμένο εργαλείο για την ειδική αξιολόγηση του φόβου που σχετίζεται με την ακτινοθεραπεία. Σκοπός: Σκοπός της διατριβής ήταν η διερεύνηση του φόβου και των εκπαιδευτικών αναγκών γυναικών με καρκίνο μαστού που υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία καθώς και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας μιας δομημένης εκπαιδευτικής παρέμβασης. Υλικό & Μέθοδος: Πρόκειται για μία ποσοτική μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο, ακολουθήθηκαν διαδικασίες μετάφρασης, πολιτισμικής προσαρμογής και ψυχομετρικής αξιολόγησης του QAFRT, με παραγοντική ανάλυση και δείκτες αξιοπιστίας. Στο δεύτερο στάδιο συμμετείχαν 149 γυναίκες με καρκίνο μαστού, κατανεμημένες σε ομάδα παρέμβασης και ομάδα ελέγχου. Η εκπαιδευτική παρέμβαση περιλάμβανε ενημερωτικό φυλλάδιο. Χρησιμοποιήθηκαν τα ερωτηματολόγια Eastern Cooperative Oncology Group (ECOG), Questionnaire for Assessing Fear of Radiotherapy in Oncology Patients (QAFRT), Profile of Mood States (POMS), MD Anderson Symptom Inventory (MDASI), Information Scale Questionnaire (ISQ) και κλινικοδημογραφικά χαρακτηριστικά. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με μικτό μοντέλο ANOVA δύο παραγόντων. Αποτελέσματα: Η ελληνική έκδοση του QAFRT παρουσίασε υψηλή εσωτερική συνοχή και ισχυρή επαναληψιμότητα, επιβεβαιώνοντας τετραπαραγοντική δομή. Η εκπαιδευτική παρέμβαση οδήγησε σε σημαντική μείωση του συνολικού φόβου και όλων των υποκλιμάκων του QAFRT (p<0.0005). Βελτιώθηκαν επίσης οι ψυχολογικές διαθέσεις (ένταση, κατάθλιψη, θυμός, σύγχυση, κόπωση) και μειώθηκαν τα συμπτώματα και οι επιπτώσεις τους στην καθημερινότητα (p<0.0005), ενώ οι πληροφοριακές ανάγκες περιορίστηκαν σημαντικά μετά την παρέμβαση (p=0.002). Συμπεράσματα: Ο φόβος για την ακτινοθεραπεία στις γυναίκες με καρκίνο μαστού είναι συχνός και πολυδιάστατος. Το QAFRT αποδείχθηκε αξιόπιστο και έγκυρο εργαλείο για την αξιολόγησή του στην ελληνική πραγματικότητα. Η στοχευμένη εκπαιδευτική παρέμβαση βελτίωσε ουσιαστικά τον φόβο, την ψυχολογική κατάσταση και τις πληροφοριακές ανάγκες, υπογραμμίζοντας τον κρίσιμο ρόλο της νοσηλευτικής εκπαίδευσης στην ογκολογική φροντίδα.Τεκμήριο Η συμβολή των μαίων/μαιευτών στην ανίχνευση, πρόληψη και διαχείριση περιστατικών παιδικής κακοποίησης(ΔΙΠΑΕ, 2025-12-16) Θεοδωρίδου, Ελένη; Αντωνάκου, Αγγελική; Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα ΜαιευτικήςΕισαγωγή: Η παιδική κακοποίηση και παραμέληση (ΚαΠα-Π) αποτελεί ένα σύνθετο και πολυδιάστατο πρόβλημα δημόσιας υγείας με σοβαρές βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες στη σωματική, ψυχολογική και γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Η εμβρυϊκή και βρεφική ηλικία παρέχουν ένα μοναδικό «παράθυρο ευκαιρίας» για τους επαγγελματίες υγείας, και ειδικότερα για τις/τους μαίες/τές, να εντοπίσουν έγκαιρα ευάλωτες οικογένειες και να παρέμβουν προληπτικά. Σκοπός: H διερεύνηση των γνώσεων των μαιών/τών στην Ελλάδα αναφορικά με τους παράγοντες κινδύνου, την αναγνώριση και τη διαχείριση περιστατικών κακοποίησης και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας εκπαιδευτικής παρέμβασης στο επίπεδο γνώσεων, στάσεων και πρόθεσης αναφοράς. Μεθοδολογία: Προοπτική μελέτη με πειραματικό μικτό σχεδιασμό, με ομάδα ελέγχου και επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, η οποία διήρκεσε από τον Φεβρουάριο 2023 έως τον Μάιο 2025. Αρχικά, πραγματοποιήθηκε η στάθμιση των ερωτηματολογίων CARIS (Child Abuse Report Intention Scale) και SISRCAN (Screening Instrument for Suspected Risk for Child Abuse and Neglect) σε δείγμα 70 Ελληνίδων μαιών/τών. Στη συνέχεια, εξετάστηκαν σε βάθος οι γνώσεις και οι προσδιοριστικοί παράγοντες που δύνανται να επηρεάσουν τη συμπεριφορά αναφοράς ύποπτων περιστατικών παιδικής κακοποίησης, σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 493 μαιών/των. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκαν 7 εκπαιδευτικές παρεμβάσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και αξιολογήθηκαν οι γνώσεις, οι στάσεις, ο έλεγχος αντιληπτής συμπεριφοράς και η πρόθεση αναφοράς πριν, αμέσως μετά, και 6 μήνες μετά την παρέμβαση για να αξιολογηθεί η διακράτηση των γνώσεων. Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας το λογισμικό IBM SPSS Statistics, έκδοση 29.0 (IBM Corp., Armonk, NY) για Windows, ενώ το επίπεδο σημαντικότητας για όλες τις αναλύσεις ορίστηκε στο 5%. Αποτελέσματα: Αναφορικά με τη στάθμιση των ερωτηματολογίων CARIS και SISRCAN προέκυψαν συνεπή, σταθερά και ιδιαίτερα επαναληπτικά αποτελέσματα. Για το CARIS, ο συντελεστής Cronbach’s alpha κυμάνθηκε από 0,549 - 0,810 ανάλογα με την υποκλίμακα, ο συντελεστής ρ του Pearson κυμάνθηκε από 0,649 έως 0,797, ενώ όλα τα t-tests σε ζευγάρια δειγμάτων, εκτός από ένα, δεν ήταν στατιστικώς σημαντικά. Όσον αφορά την υποκλίμακα «Προβλεπόμενες Στάσεις Συμπεριφοράς: Ερωτήσεις Σκιαγράφησης και Επιλογές Αντίδρασης», ο συντελεστής Cronbach’s alpha κυμάνθηκε από 0,527 έως 0,890 ανάλογα με την υποκλίμακα, και ο συντελεστής ρ του Pearson κυμάνθηκε από 0,803 έως 0,850, ενώ όλα τα t-tests σε ζευγάρια δειγμάτων, εκτός από δύο, δεν ήταν στατιστικώς σημαντικά. Για το SISRCAN καταγράφηκε υψηλή εσωτερική συνοχή (α=0,889-0,929) και ισχυρή αξιοπιστία επανελέγχου (ICC=0,947, p<0,001). Στο κυρίως μέρος της μελέτης έλαβαν μέρος 493 μαίες και μαιευτές (97,2% γυναίκες), με μέση ηλικία 44,59 (±10.33) έτη και 18,46 (±10.46) έτη επαγγελματικής εμπειρίας. Το 93,7% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι δεν έλαβε καμία εκπαίδευση για την ΚαΠα-Π προπτυχιακά ενώ το 69,0% ένιωθε ανεπαρκώς προετοιμασμένο από την υπηρεσιακή εκπαίδευση. Το μέσο σκορ γνώσεων για την ΚαΠα-Π και το νομικό πλαίσιο ήταν μέτριο (6,52/13), δηλαδή οι συμμετέχουσες απάντησαν σωστά μόνο στο 51% των ερωτήσεων. Το 37,9% δεν γνώριζε αν έχουν νομική υποχρέωση αναφοράς περιστατικών. Μόνο το 8,9%, δήλωσε ότι έχει κάνει αναφορά πιθανού περιστατικού στην εργασία του ενώ το 17,1% είχε υποψιαστεί περιστατικό αλλά δεν το ανέφερε. Οι κυριότεροι λόγοι μη αναφοράς ήταν το αίσθημα ανασφάλειας για τα αποδεικτικά στοιχεία, ο φόβος εξέλιξης της υπόθεσης στα δικαστήρια και η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη νόμιμη αρχή. Η μελέτη ανέδειξε τις έντονα αρνητικές στάσεις των μαιών/τών απέναντι στη σωματική τιμωρία, τη θετική στάση απέναντι στην επαγγελματική τους ευθύνη και την ισχυρή πρόθεση τους να αναφέρουν περιστατικά σοβαρής κακοποίησης (33,55/40). Οι στάσεις (Spearman’s ρ = 0,418, p < 0,001), ο έλεγχος αντιληπτής συμπεριφοράς (Spearman’s ρ = 0,368, p < 0,001), τα υποκειμενικά κριτήρια (Spearman’s ρ = 0,217, p < 0,001) και οι γνώσεις (Spearman’s ρ = 0,165, p < 0,001) συσχετίστηκαν μέτρια ή ελαφρά θετικά με την πρόθεση αναφοράς της παιδικής κακοποίησης από τις μαίες/τές. Τέλος, οι γνώσεις των μαιών αναφορικά με την αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου και των συμπτωμάτων της ΚαΠα-Π φάνηκαν μέτριες με μέσο σκορ ίσο με 239,23/335 (± 23,60) μονάδες. Η εκπαιδευτική παρέμβαση ήταν αποτελεσματική, οδηγώντας σε στατιστικά σημαντική αύξηση σε όλες τις γνώσεις, στάσεις και συμπεριφορές καθώς και σε όλες τις υποδιαστάσεις της κλίμακας SISRCAN (p ≤ 0,034) αμέσως μετά την ολοκλήρωση της. Το ίδιο αποτέλεσμα προέκυψε και 6 μήνες μετά από την παρέμβαση, με εξαίρεση τα Υποκειμενικά Κριτήρια που οριακά δεν προέκυψε σημαντική αύξηση (p = 0,057). Τα αποτελέσματα έξι μήνες μετά την παρέμβαση έδειξαν, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, με την πάροδο του χρόνου χάνεται μέρος της αποτελεσματικότητάς της. Συμπέρασμα: Για πρώτη φορά σταθμίστηκαν στην Ελλάδα τα εργαλεία CARIS και SISRCAN. Τα ευρήματα της διατριβής επιβεβαίωσαν ότι οι Ελληνίδες/ες μαίες/τές έχουν σοβαρές ελλείψεις στην εκπαίδευση σχετικά με την ΚαΠα-Π, γεγονός που συνάδει με τα διεθνή δεδομένα. Παρά τις θετικές στάσεις απέναντι στην επαγγελματική τους ευθύνη, η μέτρια αρχική γνώση και η έλλειψη εμπιστοσύνης στο νομικό σύστημα οδήγησαν σε χαμηλά ποσοστά πραγματικής αναφοράς. Η εκπαιδευτική παρέμβαση αποδείχθηκε αποτελεσματική για την αύξηση των γνώσεων και της αυτοπεποίθησης των μαιών/μαιευτών. Ωστόσο, η στατιστικά σημαντική απώλεια γνώσης σε ορισμένες υποκλίμακες εντός 6 μηνών υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη για συστηματική και επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση των μαιών/τών. Η διατριβή αναδεικνύει την ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις στην προπτυχιακή και συνεχιζόμενη υποχρεωτική εκπαίδευση των μαιών/τών σε θέματα ΚαΠα-Π, με έμφαση στην οικογενειοκεντρική προσέγγιση, την ψυχική υγεία της μητέρας και τη διεπιστημονική συνεργασία, ώστε να διατηρηθεί η κλινική επάρκεια. Είναι επιτακτική η θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής αναφοράς υποψίας παιδικής κακομεταχείρισης και από τις μαίες/τές και η παροχή νομικής προστασίας (ασυλία) σε περίπτωση καλόπιστης αναφοράς, όπως ισχύει πλέον για ιατρούς, φυσικοθεραπευτές και φαρμακοποιούς. Η μελλοντική έρευνα πρέπει να επικεντρωθεί στη μέτρηση της επίδρασης της εκπαίδευσης στην πραγματική αναφορά περιστατικών, καθώς και στη χαρτογράφηση του πλήρους πεδίου εφαρμογής των μαιευτικών πρακτικών στην πρόληψη της ΚαΠα-Π.Τεκμήριο Μελέτη ενζύμων του μεταβολισμού των υδατανθράκων που σχετίζονται με την παθοφυσιολογία του Διαβήτη με έμφαση στην DPP-4 και PTP1b και της δυνατότητας εύρεσης ειδικών αναστολέων με πιθανή εφαρμογή στη θεραπεία και τη διαγνωστική.(ΔΙΠΑΕ, 2025-12-21) Αμανατίδου, Διονυσία; Ελευθερίου, Φαίδρα; Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Βιοϊατρικών ΕπιστημώνΟ Σακχαρώδης Διαβήτης (ΣΔ) είναι μια πολυπαραγοντική μεταβολική νόσος, με κύριο χαρακτηριστικό τα παρατεταμένα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Ο ΣΔ αποτελεί νόσο που αντιμετωπίζει μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία του παγκόσμιου οργανισμού υγείας, το 2022, το ποσοστό των ασθενών έφτανε στο 14% του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι δύο κύριοι τύποι ΣΔ είναι ο τύπος 1 (ΣΔ1) ή αλλιώς ινσουλινοεξαρτώμενος, και ο τύπος 2 (ΣΔ2), με τον δεύτερο τύπο να επικρατεί (90-95% των περιπτώσεων έχουν ΣΔ2). Ο ΣΔ1 είναι αυτοάνοσης αιτιολογίας, ενώ οι παράγοντες κινδύνου για τον ΣΔ2 περιλαμβάνουν έναν σύνθετο συνδυασμό γενετικών, μεταβολικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, με κύριο χαρακτηριστικό της νόσου την αντίσταση στην ινσουλίνη. Για την φαρμακευτική αντιμετώπιση του ΣΔ2 έχουν εγκριθεί διάφορες κατηγορίες φαρμάκων με αντίστοιχους φαρμακευτικούς στόχους . Σε αυτά εντάσσονται φάρμακα που αυξάνουν την έκκριση ινσουλίνης (σουλφονυλουρίες), φάρμακα που βελτιώνουν την αντίσταση στην ινσουλίνη (διγουανίδια και θειαζολιδινδιόνες), φάρμακα που μειώνουν την εντερική απορρόφηση γλυκόζης (αναστολείς α-γλυκοσιδάσης και α-αμυλάσης), φάρμακα που δρουν μέσω των ινκρετινών (αναστολείς DPP4 και αγωνιστές υποδοχέων GLP-1 και GIP) και φάρμακα που αυξάνουν την απέκκριση γλυκόζης από τους νεφρούς (αναστολείς SGLT2). Επίσης υπάρχουν και νέοι φαρμακευτικοί στόχοι για τους οποίους δεν έχουν εγκριθεί ακόμα φάρμακα, όπως οι αναστολείς PTP1b (βελτιώνουν την αντίσταση στην ινσουλίνη), ενεργοποιητές γλυκοκινάσης και νέες προσεγγίσεις για την αναγέννηση/ πολλαπλασιασμό των β-κυττάρων. Παράλληλα με την παραγωγή νέων συνθετικών ενώσεων, έχει γίνει εκτενής μελέτη συστατικών που προέρχονται από φαρμακευτικά φυτά για πιθανή αντι-διαβητική δράση. Από τους υπάρχοντες φαρμακευτικούς στόχους στην παρούσα Διδακτορική διατριβή δίνεται έμφαση στην DPP4 και την PTP1b. Η DPP4 είναι μια πρωτεΐνη που δρα είτε σαν υποδοχέας στην επιφάνεια των κυττάρων είτε σαν πεπτιδάση σερίνης. Ως ένζυμο έχει πολλά υποστρώματα για αυτό μελετάται για τη συμβολή της σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις. Επιπλέον έχει ήδη αναφερθεί ότι υπάρχουν πολλές ισομορφές του ενζύμου λόγω μετα-μεταφραστικών τροποποιήσεων όπως Ο- και Ν- γλυκοζυλίωση. Η DPP4 αποτελεί φαρμακευτικό στόχο για τον ΣΔ2, καθώς δύο από τα κύρια υποστρώματα της, οι ινκρετίνες GLP-1 και GIP είναι ορμόνες του γαστρεντερικού συστήματος που διεγείρουν την έκκριση ινσουλίνης μετά από πρόσληψη γλυκόζης. Η αλληλεπίδρασή τους με τους αντίστοιχους υποδοχείς διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης ανάλογα με τα επίπεδα γλυκόζη και παράλληλα αναστέλλει την δράση της γλυκαγόνης. Επιπλέον η GLP-1 και λιγότερο η GIP επιβραδύνει τη γαστρική κένωση και μειώνει την όρεξη. Παράλληλα, τόσο η GLP-1 όσο και η GIP προάγουν τη βιωσιμότητα και τον πολλαπλασιασμό των β-κυττάρων του παγκρέατος, ενισχύοντας την επιβίωση και τη λειτουργικότητα αυτών των κυττάρων και μειώνοντας την απόπτωση. Ο φυσιολογικός χρόνος ημιζωής της GLP-1 και της GIP είναι μικρός, καθώς και οι δύο αδρανοποιούνται γρήγορα από το ένζυμο DPP4. Συνεπώς, η αναστολή της δράσης της DPP4 αυξάνει τον χρόνο ημιζωής των ινκρετινών και ως αποτέλεσμα τον χρόνο δράσης τους. Υπάρχουν ήδη εγκεκριμένοι αναστολείς της DPP4, με συναγωνιστικό τύπο αναστολής, με μερικούς εκ των οποίων να σχηματίζουν ομοιοπολικό δεσμό με το ένζυμο. Η PTP1b είναι μια φωσφατάση πρωτεϊνών τυροσίνης που εμπλέκεται στην απενεργοποίηση του υποδοχέα της ινσουλίνης. Συγκεκριμένα μετά την αλληλεπίδραση της ινσουλίνης με τον υποδοχέα της, το ενδοκυττάριο τμήμα του υποδοχέα που έχει δράση κινάσης αυτοφωσφορυλιώνεται και μέσω ενδοκυττάριων διεργασιών επάγεται η μεταφορά των κυστιδίων αποθήκευσης μεταφορέων γλυκόζης GLUT4 στην επιφάνεια των κυττάρων και επιτρέποντας την εισαγωγή της γλυκόζης στο κύτταρο. Η PTP1b αποφωσφορυλιώνει το ενδοκυττάριο τμήμα του υποδοχέα και τον απενεργοποιεί με συνέπεια να διακόπτεται η εισαγωγή γλυκόζης στο κύτταρο. Συνεπώς, η αναστολή της PTP1b οδηγεί στην παρατεταμένη εισαγωγή γλυκόζης στο κύτταρο και την πτώση των επιπέδων γλυκόζης στην κυκλοφορία. Επειδή η φωσφατάσες πρωτεϊνών τυροσίνης έχουν μεγάλη ομολογία στο ενεργό κέντρο, η διερεύνηση αναστολέων για την PTP1b έχει στραφεί σε αλλοστερικούς αναστολείς. Ωστόσο δεν υπάρχει κάποιος εγκεκριμένος αναστολέας PTP1b, καθώς οι περισσότεροι που μελετήθηκαν σταμάτησαν σε κάποιο στάδιο κλινικών μελετών είτε λόγο χαμηλής δράσης είτε λόγο εμφάνισης σημαντικών παρενεργειών. Σκοπός την παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η εύρεση νέων αναστολέων των ενζύμων DPP4 και PTP1b που αποτελούν φαρμακευτικούς στόχους για την αντιμετώπιση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2. Πιο αναλυτικά οι βασική στόχοι της διατριβής ήταν: α) η εύρεση νέων αναστολέων με μη ομοιοπολική σύνδεση και στόχευση κατά προτίμηση σε αλλοστερικά κέντρα των ενζύμων με σκοπό την αυξημένη αποτελεσματικότητα με ταυτόχρονη μείωση των παρενεργειών. Β) η εύρεση αναστολέων διπλής δράσης έναντι των ενζύμων DPP4 και PTP1b γ) ο εντοπισμός διαφοροποιήσεων των ισομορφών της DPP4 σε ορούς ασθενών με ΣΔ2 σε σχέση με τους υγιείς και ασθενείς με άλλες παθολογικές καταστάσεις συσχετιζόμενες με την δράση της DPP4, με στόχο τη δοκιμασία νέων αναστολέων στις ισομορφές που επικρατούν είτε σε ισομορφές που παρατηρούνται μόνο στον ΣΔ2. Στους επιμέρους στόχους της διατριβής ήταν η βελτίωση του μοντέλου/στρατηγικής πρόβλεψης της ανασταλτικής δράσης των ενώσεων που εφαρμόζεται πριν τα in vitro πειράματα προκειμένου να επιλεγούν οι περισσότερο υποσχόμενες ενώσεις. Η πρόβλεψη γίνεται με την μέθοδο εκτίμησης δημιουργίας σταθερού συμπλόκου (Docking Analysis). Για να επιτευχθεί η εύρεση ισχυρών αναστολέων αρχικά έγινε μελέτη πρόβλεψης για με την μέθοδο docking με στόχευση στο ενεργό κέντρο των δύο ενζύμων και στο σύνολο του ενζύμου και στη περίπτωση της PTP1b και στο αλλοστερικό κέντρο (καθορισμένο από κρυσταλλοφραφικές μελέτες). Οι ενώσεις με καλή πρόβλεψη μελετήθηκαν in vitro για την ανασταλτική τους ικανότητα έναντι της DPP4 και της PTP1b. Επιπλέον, έγινε έλεγχος του τύπου αναστολής με στόχο την εύρεση αλλοστερικών αναστολέων. Και για τα δύο ένζυμα μελετήθηκαν δεκαέξι παράγωγα της 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλοθειαζολιδιν-4-όνης και δεκαεννιά ενώσεις φυτικής προέλευσης, από τις οποίες οκτώ απομονώθηκαν από το φυτό Thymus thracicus Velen και έντεκα από το φυτό Centaurea bruguieriana subsp. Belangeriana. Για την εκτίμηση του τύπου αναστολής προσδιορίστηκε η δράση των αναστολέων σε δύο συγκεντρώσεις υποστρώματος. Στην περίπτωση της DPP4 έγινε πιο εκτενής έλεγχος της δράσης των αναστολέων σε περισσότερες συγκεντρώσεις υποστρώματος και καθορίστηκαν οι μεταβολές τις Km και της Vmax με χρήση διαγραμμάτων Lineweaver-Burk. Για την επίτευξη καλύτερου μοντέλου πρόβλεψης από τα αποτελέσματα πρόβλεψης και in vitro δράσης των συνθετικών ενώσεων δημιουργήθηκε ένα μοντέλο καλύτερης πρόβλεψης το οποίο εφαρμόστηκε και επιβεβαιώθηκε με τις φυτικές ενώσεις για τους συναγωνιστικούς αναστολείς τις DPP4 και σχετικά καλή εφαρμογή και στους άλλους τύπους. Για την εύρεση διαφοροποιήσεων των ισομορφών της DPP4 σε ορούς ασθενών με ΣΔ2 σε σχέση με τους υγιείς ασθενείς με άλλες παθολογικές καταστάσεις συσχετιζόμενες με την δράση της DPP4 πραγματοποιήθηκαν ηλεκτροφορήσεις απουσία μετουσιωτικών παραγόντων (native) και SDS ηλεκτροφορήσεις σε ορούς υγιών και ασθενών είτε με ΣΔ2 είτε άλλων παθήσεων. Στην συνέχεια έγινε ηλεκτρομεταφορά και ανίχνευση με ειδικό αντίσωμα έναντι της DPP4 (Western blot/Immunoblot). Επιπλέον, για τον διαχωρισμό και την απομόνωση των ισομορφών πραγματοποιήθηκε χρωματογραφία στήλης ιονικής ανταλλαγής (στήλη DEAE) και ανίχνευση ενζυμικής δράσης. Στα κλάσματα με υψηλή ενζυμική δράσης και στα κλάσματα που ανιχνεύτηκε αυξημένη δράση στους ασθενείς με ΣΔ2 πραγματοποιήθηκαν SDS ηλεκτροφορήσεις, ώστε να μελετηθεί και το μοριακό βάρος αυτών των ισομορφών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των συνθετικών ενώσεων, αναστολή έναντι της DPP4 παρατηρήθηκε σε δώδεκα από τα δεκαέξι παράγωγα της 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλ-θειαζολιδιν-4-όνης με τιμές IC50 στην περιοχή των nM. Οι συνθετικές ενώσεις που ελέγχθηκαν και εμφάνισαν IC50 στην περιοχή των nM ανήκουν δομικά σε δύο κατηγορίες: παράγωγα που φέρουν τμήμα 6-OCF3-βενζο[d]θειαζολ-2-υλίου (ενώσεις h) και παράγωγα που φέρουν τμήμα 6-Ad-βενζο[d]θειαζολ-2-υλίου (ένωση m2) ή 4-CH3-6 -Ad-βενζο[d]θειαζολ-2-υλίου (ενώσεις n). Η υποκατάσταση της ομάδας του βενζο[d]θειαζολ-2-υλίου έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στην ανασταλτική δράση, με τα παράγωγα 6-OCF3 (h) να είναι πιο ισχυροί αναστολείς από τα 6-Ad (m2) και 4-CH3, 6-Ad (n1/2) παράγωγα, εμφανίζοντας IC50 στην περιοχή των nM. Όλα τα 6-Cl παράγωγα (c) εμφάνισαν τιμές IC50 στην περιοχή των μM. Οι ενώσεις της κατηγορίας h εμφάνισαν ισχυρότερη αναστολή, σε σύγκριση με τους εγκεκριμένους αναστολείς. Πέντε ενώσεις της κατηγορίας h (h1 , h3 , h4 , h5 και h7) εμφάνισαν χαμηλότερες τιμές IC50 από τη Vildagliptin (IC50 : 62 nM) και τη Saxagliptin (IC50 : 50 nM), δύο χαμηλότερες (h3 και h5) από την Alogliptin (IC50 : 24 nM) και μία, η 3-(6-OCF3-βενζο [d]θειαζολ-2-υλ)-2-(2,6-2F-φαινυλθειαζολιδιν-4-όνη (h3) χαμηλότερη από τη Sitagliptin (IC50 : 20 nM). Τέσσερις από τις ενώσεις (h3,h4,n2,c2) εμφάνισαν συναγωνιστικό (competitive) τύπο αναστολής, δύο (m2,c4) ανταγωνιστικό (uncompetitive), μια (n1) μη συναγωνιστικό (non-competitive) και μία (h9) μεικτό τύπο αναστολής. Από τις φυτικές ενώσεις που ελέγχθηκαν, 3 ενώσεις του φυτού Thymus thracicus Velen έδειξαν χαρακτηριστικά συναγωνιστικής αναστολής ως προς την DPP4 (RTH-DE, RTH14-2, RTH-5-2), ενώ 2 (RTH-DJ και BBC-FCH) εμφάνισαν μεικτή αναστολή και δύο ενώσεις εμφάνισαν μη συναγωνιστική αναστολή (RTH-EJ και RTH-ED). Από τις ενώσεις του φυτού Centaurea bruguieriana subsp. Belangeriana 3 (CEP-IMI, CEP-IMK και CEP-GG) εμφάνισαν αναστολή έναντι της DPP4, με τις 2 από αυτές (CEP-GG και CEP-IMI) να εμφανίζουν ανταγωνιστική αναστολή. Οι IC50 όλων των φυτικών ενώσεων έναντι της DPP4 βρίσκονταν στην κλίμακα των μΜ. Όσον αφορά την PTP1b από τα δεκαέξι παράγωγα της 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλ θειαζολιδιν-4-όνης, εφτά εμφάνισαν καλά αποτελέσματα αναστολής στο επίπεδο των μΜ. Οι ενώσεις με υποκαταστάτη 6-OCF3 στην ομάδα βενζο[d]θειαζολ-2-υλίου εμφάνισαν χαρακτηριστικά μη συναγωνιστικής ή ανταγωνιστικής αναστολής, ενώ η ένωση με υποκαταστάτη 4-CH3, 6-Ad (n2) εμφάνισε χαρακτηριστικά συναγωνιστικής (competitive) αναστολής και την υψηλότερη ισχύ ως αναστολέας της PTP1b. Από τις ενώσεις του φυτού Thymus thracicus Velen τέσσερις εμφάνισαν IC50 από 18,4 ± 1,7 έως 25,7 ± 1,8 μΜ, μία 58,9 ± 7,0 και δύο εμφάνισαν χαμηλότερη ισχύ με τιμές IC50 80,8 ± 3,8 και 90,7 ± 0,9μΜ. Οι τρεις ουσίες με την πιο υψηλή ισχύ αναστολέα της PTP1b ήταν κατά φθίνουσα σειρά: η 2(3,4-διυδροξυ) φαινυλαιθυλ-γλυκοπυρανοσίδη με ακολουθούμενη από την Καλσεολαρισίδη A και ο 9″- λιθοσπερμικός μεθυλεστέρας. Από το φυτό C. Bruguieriana subsp. Belamgeriana, οι τρεις ουσίες που εμφάνισαν υψηλή ισχύ ως αναστολείς της PTP1b ήταν με φθίνουσα σειρά οι ουσίες: 3-O-β-D-γλυκοπυρανοσίδης της 6-μεθοξυκαιμπφερόλης, ακολουθούμενη από την αστραγαλίνη και τo Μαλασιτανολίδιο με IC50 33,4 ± 8,2, 30,9 ± 4,8μΜ και 117,8 ±14,2 μΜ, αντίστοιχα. Συμπερασματικά, έξι από τις συνθετικές ενώσεις, παράγωγα της 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλοθειαζολιδιν-4-όνης, έδειξαν διπλή δράση αναστολής έναντι της DPP4 και PTP1b. Εξ αυτών μία ένωση, η h9, έδειξε διπλή δράση αναστολέα με τύπο αναστολής διαφορετικό από τον συναγωνιστικό και ως προς τα δύο ένζυμα, παρουσιάζοντας μεικτή αναστολή ως προς την DPP4 και ανταγωνιστική αναστολή ως προς την PTP1b και IC50 στην περιοχή των nM για την DPP4 και μΜ για την PTP1b. Από τις φυτικές ενώσεις 6 ενώσεις από το φυτό Thymus thracicus Velen και 2 από το φυτό Centaurea bruguieriana subsp. Belangeriana έδειξαν διπλή δράση αναστολής έναντι τόσο της DPP4 όσο και της PTP1b. Έξι από τις ενώσεις διπλής δράσης φαίνεται να εμφανίζουν χαρακτηριστικά άλλου τύπου αναστολής, πλην της συναγωνιστικής, συνδεόμενοι κατά συνέπεια με κάποιο αλλοστερικό κέντρο. Για την εύρεση διαφοροποιήσεων των μορφών DPP4 σε ορούς ασθενών με ΣΔ2 σε σχέση με των υγιών, τα αποτελέσματα μετά από ηλεκτροφόρηση, ηλεκτρομεταφορά και ανίχνευση με ειδικό αντίσωμα, έδειξαν ότι στον ορό των ασθενών με ΣΔ2 υπάρχουν ισομορφές που διαφέρουν από των υγιών τόσο στο ισοηλεκτρικό σημείο όσο και στο μοριακό βάρος. Επιπλέον με την μελέτη ορών από άλλες παθολογικές καταστάσεις με τις οποίες συσχετίζεται η δράση της DPP4 (νόσος Alzheimer και τύποι καρκίνου) φάνηκε ότι στις διάφορες παθολογικές καταστάσεις δεν ανευρίσκονται οι ίδιες διαφοροποιήσεις των ισομορφών της DPP4. Στους ασθενείς με ΣΔ2 ανιχνεύθηκαν ισομορφές με μεγαλύτερο εύρος ισοηλεκτρικών σημείων σε σχέση με τους υγιείς και διαφοροποίηση του ηλεκτροφορητικού προφίλ διαχωρισμού με στήλη DEAE που στηρίζεται στην διαφορά ισοηλεκτρικού σημείου. Παρατηρήθηκε διαφοροποίηση ισομορφών μεταξύ ασθενών με ΣΔ2 και ασθενών με ΣΔ1 και προ-Διαβήτη. Επιπλέον, παρατηρήθηκε διαφορά στις ισομορφές της DPP4 σε ασθενείς με αδενοκαρκίνωμα του πνεύμονα με σαφώς διαφορετικό ηλεκτροφορητικό προφίλ σε συγκεκριμένες ηλεκτροφορητικές συνθήκες απουσία μετουσιωτικών παραγόντων σε σύγκριση με τους υγιείς και ασθενείς με άλλες παθολογικές καταστάσεις. Ανάλογα, εντοπίστηκε διαφορά στις ισομορφές της DPP4 σε ασθενείς με Alzheimer σε σύγκριση με τους υγιείς και ασθενείς με άλλες παθολογικές καταστάσεις ενώ χαρακτηριστική ήταν η εμφάνιση ισομορφών της DPP4 με μεγάλα μοριακά βάρη στον ορό ασθενών με ΣΔ2 και Alzheimer με περισσότερες και υψηλότερου Μοριακού Βάρους ζώνες να παρατηρούνται στους ασθενείς με Alzheimer. Ο διαχωρισμός με στήλη ανιονικής ανταλλαγής (DEAE) και ανίχνευση ενζυμικής δράσης της DPP4 στα κλάσματα έκλουσης έδειξε διαφορές των υγειών και των ασθενών με διάφορες παθολογικές καταστάσεις. Οι παρατηρούμενες διαφορές μπορούν να έχουν εφαρμογή στην μελέτη της παθοφυσιολογίας των νόσων, στην διαγνωστική και την θεραπευτική αντιμετώπισή τους. Μετά τον μερικό διαχωρισμό των ισομορφών της DPP4 με την χρωματογραφία στήλης δοκιμάστηκαν τέσσερις από τους συνθετικούς αναστολείς (h3, m2, n1 και h8) για την ανασταλτική δράση τους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι μελετώμενοι αναστολείς δεν είχαν την ίδια ισχύ σε όλες τις ισομορφές σε αντίθεση με την Sitasgliptin. Επιπλέον τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η h3 που εμφάνισε χαρακτηριστικά συναγωνιστικού αναστολέα στο ανασυνδιασμένο ένζυμο εμφάνισε τον ίδιο τύπο αναστολής σε όλες τις διαχωρισμένες ισομορφές, ωστόσο μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι υπόλοιπες ενώσεις που είχαν διαφορετικό τύπο αναστολής. Οι αναστολείς n1 και m2 έδειξαν ότι σε διαφορετικούς τύπους ισομορφών όχι μόνο έχουν διαφορετική ισχύ αλλά και διαφορετικό τρόπο δράσης. Τέλος τόσο η Sitagliptin όσο και οι νέοι αναστολείς έδειξαν χαμηλότερή ισχύ στις απομονωμένες ισομορφές από ορό υγιούς, με τα παράγωγα 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλοθειαζολιδιν-4-όνης να δείχνουν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά αναστολής. Από τη μελέτη επιλεγμένων αναστολέων στις μερικώς απομονωμένες ισομορφές φάνηκε ότι παράγωγα 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλοθειαζολιδιν-4-όνης κυρίως με άλλου τύπου αναστολή πέρα της συναγωνιστικής θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αναστολείς συγκεκριμένων ισομορφών γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε φάρμακα με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Ενδεικτικό έλεγχος τοξικότητας σε συνθετικές και φυσικές ενώσεις έδειξε ενθαρρυντικά αποτελέσματα ιδιαίτερα για τις ενώσεις που συγκεντρώνουν σημαντικά επιθυμητά χαρακτηριστικά. Στα πλαίσια των παράλληλων στόχων της διατριβής, δημιουργήθηκε και ελέγχθηκε με θετικά αποτελέσματα παράγοντας πιθανότητας (Probability Factor, PF) που συνδυάζει στοιχεία από τα αποτελέσματα της υπολογιστικής μελέτης πρόσδεσης (Docking) με στόχευση σε συγκεκριμένη περιοχή (ενεργό ή αλλοστερικό κέντρο) και της μελέτης στόχευσης στο σύνολο του ενζύμου, προκειμένου να προβλεφθεί αποτελεσματικά η IC50 νέων πιθανών αναστολέων.Τεκμήριο Διαχείριση και ανάλυση δεδομένων μέσω τεχνητής νοημοσύνης για την εφαρμογή μεθοδολογιών προβλεπτικής συντήρησης σε συστήματα βιομηχανικής παραγωγής και αλυσίδες αξίας(ΔΙΠΑΕ, 2026-01-08) Μαλλιώρης, Παναγιώτης; Μπεχτσής, Δημήτριος; Σχολή Μηχανικών, Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής και ΔιοίκησηςΗ Βιομηχανία 4.0 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις ροές μεγάλου όγκου δεδομένων που λαμβάνονται από ενσωματωμένα συστήματα έξυπνων αισθητήρων και μηχανών εγκατεστημένα στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Οι απρόσμενες βλάβες, μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την παραγωγή και να οδηγήσουν το οικοσύστημα της εφοδια-στικής αλυσίδας σε δυσλειτουργία. Οι βέλτιστες στρατηγικές συντήρησης, υποστηρίζουν την διασφάλιση της συνεχούς λειτουργίας των γραμμών παραγωγής, την ελαχιστοποίηση των δυσλειτουργιών της εφοδιαστικής αλυσίδας και την βελτίωση των δεικτών βιωσιμότητας. Στο πλαίσιο της έξυπνης παραγωγής, η προβλεπτική συντήρηση και οι επεξηγηματικές προσεγγίσεις αποσκοπούν στην μείωση του χρόνου διακοπής λειτουργίας των μηχανών, την μείωση του λειτουργικού κόστους και την αύξηση της παραγωγικότητας ενισχύοντας την συνολική απόδοση των συστημάτων και υποστηρίζοντας τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων. Ο γενικότερος στόχος της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι i) η συστηματική εξέταση των καινοτόμων εφαρμογών προβλεπτικής συντήρησης σε διάφορους βιομηχανικούς τομείς προσφέροντας εξατομικευμένες γνώσεις από ακαδημαϊκή και εφαρμόσιμη οπτική και συνοψίζοντας τα αποτελέσματα σε έναν συγκριτικό χάρτη υποστήριξης λήψης απόφασης, ii) η πρόταση μιας ολοκληρωμένης μεθοδολογίας εφαρμογής προβλεπτικής συντήρησης και διάγνωσης της κατάστασης υγείας αντλιών, iii) η παρουσίασης μιας προσέγγισης εφαρμογής μηχανικής όρασης για την ανίχνευση και κατηγοριοποίηση ελαττωματικών συσκευασιών σε πραγματική φαρμακοβιομηχανία, αξιοποιώντας ένα μικρό πλήθος αρχικών εικόνων ανά έξοδο κατηγοριοποίησης, iv) η πρόταση ενός ολιστικού πλαισίου συντήρησης, απεικονίζοντας μια συνολική μεθοδολογία διαχείρισης και αξιοποίησης όλης της διαθέσιμης αδόμητης και δομημένης πληροφορίας καθώς και την εφαρμογή μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης για την υποστήριξη λήψης αποφάσεων σε λειτουργικό, τακτικό και στρατηγικό επίπεδο. Το ολιστικό πλαίσιο συντήρησης με έμφαση στις επεξηγηματικές προσεγγίσεις, υλοποιήθηκε σε μια πραγματική γραμμή παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων. Από ακαδημαϊκής άποψης, η συμβολή της διδακτορικής έρευνας είναι η συγκριτική και συστηματική επισκόπηση των καινοτόμων εφαρμογών συντήρησης και η ανάδειξη της τεχνολογικής ετοιμότητας διάφορων βιομηχανικών κλάδων , ως προς την εφαρμογή μεθοδολογιών προβλεπτικής και επεξηγηματικής συντήρησης. Επιπλέον, η παρούσα διατριβή παρέχει ένα ολοκληρωμένο θεωρητικό υπόβαθρο και τις αντίστοιχες με-τρικές αξιολόγησης, για την εφαρμογή καθιερωμένων και καινοτόμων αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης σε διάφορες βιομηχανικές περιπτώσεις. Από πρακτικής και εφαρμόσιμης άποψης, η συμβολή της διδακτορικής έρευνας, είναι η πρόταση του χάρτη υποστήριξης λήψης αποφάσεων προβλεπτικής συντήρησης και η παρουσίαση προσεγγίσεων εφαρμογής προβλεπτικής συντήρησης, επεξηγηματικής συντήρησης και μηχανικής όρασης. Τα παραπάνω θα μπορούσαν να αποτελέσουν κατευθυντήρια τεχνικά πλαίσια, για μελλοντικούς ερευνητές και επαγγελματίες, κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση στρατηγικών συντήρησης. Ακόμα, οι προτεινόμενες εφαρμογές παρουσιάζουν αξιόπιστες προσεγγίσεις συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων για την αντιμετώπιση ζητημάτων, όπως η επιλογή χαρακτηριστικών, η αντιμετώπιση ακραίων τιμών ή μια πιθανώς μικρή διαθεσιμότητα δεδομένων σε περιπτώσεις ανίχνευσης και κατηγοριοποίησης αντικειμένων. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ότι η ανάλυση δεδομένων, η τεχνητή νοημοσύνη και η προβλεπτική και επεξηγηματική συντήρηση βάσει δεδομένων, αποτελούν πρωτοποριακές προσεγγίσεις με αυξανόμενο ερευνητικό ενδιαφέρον στην σύγχρονη παραγωγή. Στο πλαίσιο της Βιομηχανίας 4.0, συναντάται πληθώρα δεδομένων που συλλέγονται από ετερογενείς πηγές, όπως ενδεικτικά βιομηχανικός εξοπλισμός, αισθητήρες, και τεχνικές αναφορές συντήρησης. Μια αποτελεσματική και αποδοτική στρατηγική συντήρησης που θα διαχειρίζεται τις ετερογενείς πηγές πληροφοριών, αναμένεται να διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία των γραμμών παραγωγής, να βελτιστοποιήσει τους δείκτες βιωσιμότητας, και να αυξήσει την ανθεκτικότητα του βιομηχανικού εξοπλισμού. Τέλος, με την αυξανόμενη ζήτηση υψηλής ποιότητας καθώς και εξατομικευμένων προϊόντων στην σύγχρονη κοινωνία, οι βιομηχανίες πρέπει να προσαρμόζονται στις ταχέως εξελισσόμενες διαδικασίες παραγωγής, αυτοματοποιώντας και βελτιστοποιώντας παράλληλα τον εντο-πισμό δυσλειτουργικού εξοπλισμού και ελαττωματικών προϊόντων. Η παρούσα διδακτορική διατριβή στοχεύει να λειτουργήσει ως οδηγός για μελλοντικούς ερευνητές και επαγγελματίες ως προς τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη έξυπνων, αποτελεσματικών και αποδοτικών μεθοδολογιών, αξιοποιώντας τόσο δομημένες όσο και αδόμητες μορφές πληροφορίας και παρέχοντας ένα εύφορο έδαφος για ανθεκτικά, ανθρωποκεντρικά και βιώσιμα βιομηχανικά οικοσυστήματα.Τεκμήριο Εκτίμηση των επιπέδων των ορμονών του stress και των μεταβολιτών βιταμίνης D σε νεαρούς ενήλικες πριν και μετά τη εξέλιξη της πανδημίας COVID-19(ΔΙΠΑΕ, 2026-01-14) Χανιωτάκης, Ιωάννης; Μήτκα , Στέλλα; Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Βιοϊατρικών ΕπιστημώνΟ εκσυγχρονισμός έχει αυξήσει τη διάρκεια ζωής αλλά έχει επηρεάσει δραματικά και τη φύση του στρες. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει χαρακτηρίσει το στρες ως μία από τις κυριότερες κρίσεις υγείας του 21ου αιώνα. Στρεσογόνα γεγονότα προκαλούν πολλαπλές νευροχημικές, νευροδιαβιβαστικές και ορμονικές αλλοιώσεις, ενεργοποιώντας κυρίως το συμπαθητικό νευρικό σύστημα (ΣΝΣ), τον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων (ΥΥΕ) και το ανοσοποιητικό σύστημα (ΑΣ). Ο αντίκτυπος των στρεσογόνων γεγονότων επί του ανοσοποιητικού συστήματος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την άμυνα έναντι των ασθενειών. Το χρόνιο στρες έχει ως αποτέλεσμα την αποτυχία της ομοιόστασης και οδηγεί στην εκδήλωση διαφόρων ασθενειών. Επιπρόσθετα, η φλεγμονώδης αντίδραση που προκαλείται από το στρες αντιπροσωπεύει το κοινό έδαφος μιας ευρείας ποικιλίας χρόνιων πολυπαραγοντικών ασθενειών. Το στρες είναι ο κοινός παράγοντας κινδύνου του 75%−90% των ασθενειών. Οι πιο κοινές ασθένειες που σχετίζονται με το στρες είναι καρδιαγγειακές παθήσεις, μεταβολικές ασθένειες, ψυχωσικές και νευροεκφυλιστικές διαταραχές, καθώς και καρκίνος. Διαφορετικοί τύποι στρες/αγχωτικών συμβάντων σχετίζονται με ενδογενές οξειδωτικό και φλεγμονώδες στρες και αποτελούν βασικές πηγές διαφόρων βιοδεικτών. Η πολυπλοκότητα των μηχανισμών στρες καθιστά δύσκολη την ποσοτικοποίηση και την ερμηνεία της μέτρησής του. Εξαιτίας αυτού, έχει προταθεί η χρήση πολλών υποκειμενικών και αντικειμενικών διαγνωστικών μεθόδων. Η πανδημία COVID-19 προκάλεσε βαθιές αλλαγές στον τρόπο ζωής, την ψυχική υγεία και τη συμπεριφορά των ατόμων σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι νεαροί ενήλικες, και ιδίως οι φοιτητές, αποτέλεσαν ιδιαίτερα ευάλωτη ο-μάδα, βιώνοντας κοινωνική απομόνωση, τηλεκπαίδευση, περιορισμένη φυσική δραστηριότητα και αυξημένη χρήση ψηφιακών μέσων. Παρόλο που οι ψυχολογικές επιπτώσεις της πανδημίας έχουν μελετηθεί εκτενώς, λιγότερες μελέτες έχουν εστιάσει μακροπρόθεσμα στους βιολογικούς δείκτες στρες και διάθεσης, αλλά και στις επιδράσεις συγκεκριμένων συμπεριφορών, όπως η χρήση κινητού και η φυσική άσκηση. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό, με διαχρονική παρακολούθηση επί πέντε έτη της μεταβολής βασικών βιοδεικτών στρες (κορτιζόλη, σεροτονίνη, ντοπαμίνη), μεταβολικών βιοδεικτών της βιταμίνης D [1-25 (OH) Vitamin D, Total Vitamin D, Free Vitamin D], VDBP (Vitamin D Binding Protein), καθώς και συμπεριφορικών και δημογραφικών δεικτών (χρήση κινητού τηλεφώνου, Δείκτης Μάζας Σώματος – BMI, άσκηση) σε νεαρούς ενήλικες φοιτητές, πριν, κατά και μετά την πανδημία COVID-19, καθώς και τις συσχετίσεις μεταξύ αυτών των παραμέτρων και την επίδραση της πανδημίας. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε φοιτητικό πληθυσμό (ηλικίας 18–25 ετών), με μετρήσεις σε τρεις χρονικές στιγμές: πριν την πανδημία (2019-2020), κατά τη διάρκειά της (2020–2022), και μετά την άρση των περιορισμών (2023–2025). Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν σημαντικές αυξήσεις στην κορτιζόλη και στη χρήση κινητού, σταθερή σημαντική μείωση των νευροδιαβιβαστών σεροτονίνη και ντοπαμίνη, καθώς και προστατευτικό ρόλο της συστηματικής άσκησης. Ωστόσο, οι μεταβολίτες της βιταμίνης D (καλσιδιόλη, καλσιτριόλη, ελεύθερη καλσιδιόλη, VDBP) εμφάνισαν παροδική πτώση κατά την πανδημία, αλλά δεν επανήλθαν πλήρως στα προ-πανδημικά επίπεδα. Η πανδημία COVID-19 προκάλεσε μακροχρόνιες βιολογικές και συμπεριφορικές διαταραχές στους φοιτητές, με επίμονη αύξηση της κορτιζόλης (ορμόνη στρες), μείωση της σεροτονίνης, ντοπαμίνης (ορμόνες διάθεσης, ευχαρίστησης), αυξημένη χρήση κινητού τηλεφώνου και αλλαγή του τρόπου ζωής. Η παρατεταμένη αύξηση της κορτιζόλης συνδέεται με την υπερδιέγερση του άξονα ΥΥΕ, πιθανώς ως απάντηση στο χρόνιο στρες και την ψηφιακή υπερφόρτωση. Η πτωτική τάση σεροτονίνης και ντοπαμίνης, ακόμη και μετά την πανδημία, υποδηλώνει μακροχρόνιες επιδράσεις στη νευροφυσιολογία της διάθεσης, ευχαρίστησης και ανταμοιβής. Ωστόσο, η τακτική φυσική άσκηση αναδείχθηκε ως καθοριστικός προστατευτικός παράγοντας, σχετιζόμενος με καλύτερη βιοχημική εικόνα, ανεξαρτήτως των εξωτερικών πιέσεων. Όλα τα παραπάνω αποτελέσματα αποτελούν κρίσιμους προγνωστικούς παράγοντες για εκδήλωση ασθενειών που σχετίζονται με το στρες. Συνολικά, τα ευρήματα της παρούσας μελέτης, υποδεικνύουν παρατεταμένες επιδράσεις της πανδημίας στη φυσιολογία και στη συμπεριφορά των νέων, με πιθανές συνέπειες στην ψυχική και σωματική τους υγεία μακροπρόθεσμα, αναδεικνύοντας την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις.
