Τμήμα Βιοϊατρικών Επιστημών
Μόνιμο URI για αυτήν την κοινότηταhttps://repository.ihu.gr/handle/11544/47620
Περιηγούμαι
Πλοήγηση Τμήμα Βιοϊατρικών Επιστημών ανά Ημερομηνία έκδοσης
Τώρα δείχνει 1 - 3 από 3
- Αποτελέσματα ανά σελίδα
- Επιλογές ταξινόμησης
Τεκμήριο ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ COVID-19 ΛΟΙΜΩΞΗ(ΔΙΠΑΕ, 2024-12-13) Κελλαρτζή, Πολυτίμη; Χατζηδημητρίου, Μαρία; Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Βιοϊατρικών ΕπιστημώνΓενικά στοιχεία Τα περισσότερα Εθνικά Συστήματα Υγείας παγκοσμίως, μεταξύ αυτών και το ελλη- νικό, επιβαρύνθηκαν έντονα κατά τη διάρκεια των αλλεπάλληλων κυμάτων της παν- δημίας από τον νέο κορωνοϊό SARS COV-2. Οι νοσοκομειακές κλίνες, ιδίως αυτές των ΜΕΘ/ΜΑΦ, κατέστησαν ανεπαρκείς σε αριθμό. Υπό αυτές τις συνθήκες οι ιατ- ροί ήλθαν αντιμέτωποι με δυσχερείς καταστάσεις, όπως υπερβολική υπερωριακή ερ- γασία, ανάγκη να εφαρμόσουν αυστηρά μέτρα ατομικής προστασίας έναντι του ιού και υπέρβαση ηθικών διλημμάτων, όπως η απόφαση για επιλογή ασθενών για εισα- γωγή σε ΜΕΘ/ΜΑΦ ή διασωλήνωση, με την τελευταία να τους οδηγεί σε ηθικό τρα- ύμα. Σε συνδυασμό με τον φόβο μίας άγνωστης νόσου και την απρόβλεπτη εξέλιξη της πανδημίας δημιουργήθηκε μία κατάσταση που πιθανώς αποτελεί παράγοντα κιν- δύνου για τους ιατρούς, ώστε να εμφανίσουν συμπτώματα ψυχικών διαταραχών όπως άγχος, κατάθλιψη ή PTSD. Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η διερεύνηση των εμπειριών των συμμετε- χόντων κατά την εργασία τους σε συνθήκες πανδημίας και των ηθικών διλημμάτων με τα οποία ήλθαν αντιμέτωποι. Ως απώτερο στόχο είχε την κατανόηση των σχετι- κών προβλημάτων και των συνεπειών που είχαν οι συνθήκες εργασίας τους κατά την πανδημία στους ίδιους και στους συναδέλφους τους, και τη συνεισφορά στον ευρύ- τερο δημόσιο επιστημονικό διάλογο για την κατάρτιση προτάσεων βελτίωσης των συνθηκών εργασίας τους σε μελλοντικές έκτακτες καταστάσεις. Μέθοδοι και συμμετέχοντες Στην έρευνα συμμετείχαν 58 άτομα (31 άνδρες και 27 γυναίκες), άπαντες ιατροί που κατά την πανδημία SARS COV-2 εργάζονταν σε νοσηλευτικά ιδρύματα, εκτός από δύο φοιτητές ιατρικής, οι οποίοι και αυτοί εργάζονταν σε νοσηλευτικά ιδρύματα εθε- λοντικά. Οι παραπάνω εκλήθησαν να απαντήσουν σε ένα ερωτηματολόγιο με ερωτή- σεις που αφορούσαν στα κοινωνικο-δημογραφικά και εργασιακά δεδομένα τους, στις εμπειρίες τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας από τον SARS-COV-2 και στη γνώμη τους επάνω σε κάποια ηθικά διλήμματα που τέθηκαν παγκοσμίως κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Επίσης, περιλάμβανε δύο σταθμισμένα ερωτηματολόγια, το PHQ-4 και IES-R, τα οποία χρησιμοποιούνται στη διεθνή βιβλιογραφία ως εργαλεία διαλο- γής για τη διερεύνηση της παρουσίας συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης, και δια- ταραχής μετατραυματικού στρες (PTSD) αντίστοιχα. Οι μονοπαραγοντικές συσχετί- σεις μεταξύ των παραγόντων έκθεσης σε κίνδυνο και των συχνοτήτων εμφάνισης συμπτωμάτων ψυχικών διαταραχών ελέγχθηκαν με το τεστ Pearson’s χ2, που θεωρεί- ται κατάλληλο για συσχετίσεις μεταξύ δύο ονομαστικών μεταβλητών. Αποτελέσματα-Συζήτηση Περίπου το ένα τέταρτο των συμμετεχόντων εμφάνισαν συμπτώματα ψυχικών διατα- ραχών. Συγκεκριμένα, 27,5% παρουσίασαν συμπτώματα άγχους (σκορ υποκλίμακας άγχους του PQR-4 ≥ 3), 22,4% συμπτώματα κατάθλιψης (σκορ υποκλίμακας κατάθ- λιψης PQR-4 ≥ 3), 24,1% συνδυασμένα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης (σκορ αμφότερων των υποκλιμάκων του PQR-4 ≥ 3) και 24,1% συμπτώματα PTSD (συνο- λικό σκορ του ερωτηματολογίου IES-R-Gr ≥ 33). Ως παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση συμπτωμάτων άγχους αναδείχθηκαν η ηλικία ≤ 30 ετών, η υπηρεσία στον τομέα της υγείας ≤ 10 ετών, η εργασία στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης σε άμεση επαφή με τους ασθενείς COVID-19, το ισ- τορικό σωματικών νόσων με λήψη θεραπείας και η νόσηση από άλλες σωματικές παθήσεις εκτός της COVID-19 κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ως προστατευτικός παράγοντας αναδείχθηκε η υπηρεσία στο εργαστήριο. Ως παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση συμπτωμάτων κατάθλιψης αναδείχ- θηκαν η εργασία στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης σε άμεση επαφή με τους ασθε- νείς COVID-19, το ιστορικό ψυχικών παθήσεων, το ιστορικό σωματικών παθήσεων με ή χωρίς λήψη θεραπείας και η νόσηση από άλλες σωματικές παθήσεις εκτός της COVID-19 κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ως προστατευτικός παράγοντας αναδε- ίχθηκε η υπηρεσία στο εργαστήριο. Ως παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση συνδυασμένων συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης αναδείχθηκαν η ηλικία ≤ 30 ετών, η υπηρεσία στον τομέα της υγείας ≤ 10 ετών, η εργασία στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης σε άμεση επαφή με τους ασθενείς COVID-19, το ιστορικό σωματικών παθήσεων με ή χωρίς λήψη θεραπείας, η νόσηση από άλλες σωματικές παθήσεις εκτός της COVID-19 κατά τη διάρκεια της πανδημίας και η εμφάνιση νέας ψυχικής πάθησης κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ως παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση συμπτωμάτων PTSD αναδείχθηκαν η ηλικία ≤ 30 ετών, η εργασία στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης σε άμεση επαφή με τους ασθενείς COVID-19, οι ελλείψεις υλικών διάγνωσης και θεραπείας των ασθε- νών, η νόσηση από άλλες σωματικές παθήσεις εκτός της COVID-19 κατά τη διάρκε- ια της πανδημίας και η εμφάνιση νέας ψυχικής πάθησης κατά τη διάρκεια της παν- δημίας. Ως προστατευτικός παράγοντας αναδείχθηκε η εργασία στο εργαστήριο. Συνολικά, η παρούσα έρευνα επιβεβαίωσε τη δυνατότητα της πανδημίας COVID-19 να επηρεάσει αρνητικά την ψυχολογία ενός σημαντικού μέρους των ιατ- ρών. Σε γενικές γραμμές τα αποτελέσματα της εν λόγω έρευνας συνάδουν με αυτά της διεθνούς βιβλιογραφίας Μέσα από την παρούσα εργασία αναδεικνύεται η ανάγκη μέριμνας από την πλευρά των νοσοκομείων, και κατ’ επέκταση του Υπουργείου Υγείας, για να υπάρχει επάρ- κεια διαγνωστικών και θεραπευτικών υλικών, κλινών ΜΕΘ/ΜΑΦ και κανονικών κλινών, αλλά και ψυχολογική υποστήριξη μέσα στους χώρους εργασίας. Κατά αυτόν τον τρόπο θα είναι δυνατόν να ελαφρυνθεί το ψυχικό βάρος που υφίστανται οι ιατ- ροί κατά την υπηρεσία σε δύσκολες συνθήκες και να περιοριστεί σε ένα μεγάλο βαθ- μό ο κίνδυνος εκδήλωσης σε αυτούς ψυχικών διαταραχών, το οποίο εκτός από τη δι- κή τους υγεία, υποβαθμίζει και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας προς τους ασθενείς. Επίσης, απαιτείται πρόσθετη έρευνα για τους παράγοντες που συσχετίζονται με τη διαταραχή της ψυχικής υγείας των ιατρών, οπωσδήποτε όμως θα πρέπει αυτές να εφαρμόσουν μεθόδους τυχαίας επιλογής για την κατάρτιση του δείγ- ματός τους.Τεκμήριο Μελέτη ενζύμων του μεταβολισμού των υδατανθράκων που σχετίζονται με την παθοφυσιολογία του Διαβήτη με έμφαση στην DPP-4 και PTP1b και της δυνατότητας εύρεσης ειδικών αναστολέων με πιθανή εφαρμογή στη θεραπεία και τη διαγνωστική.(ΔΙΠΑΕ, 2025-12-21) Αμανατίδου, Διονυσία; Ελευθερίου, Φαίδρα; Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Βιοϊατρικών ΕπιστημώνΟ Σακχαρώδης Διαβήτης (ΣΔ) είναι μια πολυπαραγοντική μεταβολική νόσος, με κύριο χαρακτηριστικό τα παρατεταμένα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Ο ΣΔ αποτελεί νόσο που αντιμετωπίζει μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία του παγκόσμιου οργανισμού υγείας, το 2022, το ποσοστό των ασθενών έφτανε στο 14% του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι δύο κύριοι τύποι ΣΔ είναι ο τύπος 1 (ΣΔ1) ή αλλιώς ινσουλινοεξαρτώμενος, και ο τύπος 2 (ΣΔ2), με τον δεύτερο τύπο να επικρατεί (90-95% των περιπτώσεων έχουν ΣΔ2). Ο ΣΔ1 είναι αυτοάνοσης αιτιολογίας, ενώ οι παράγοντες κινδύνου για τον ΣΔ2 περιλαμβάνουν έναν σύνθετο συνδυασμό γενετικών, μεταβολικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, με κύριο χαρακτηριστικό της νόσου την αντίσταση στην ινσουλίνη. Για την φαρμακευτική αντιμετώπιση του ΣΔ2 έχουν εγκριθεί διάφορες κατηγορίες φαρμάκων με αντίστοιχους φαρμακευτικούς στόχους . Σε αυτά εντάσσονται φάρμακα που αυξάνουν την έκκριση ινσουλίνης (σουλφονυλουρίες), φάρμακα που βελτιώνουν την αντίσταση στην ινσουλίνη (διγουανίδια και θειαζολιδινδιόνες), φάρμακα που μειώνουν την εντερική απορρόφηση γλυκόζης (αναστολείς α-γλυκοσιδάσης και α-αμυλάσης), φάρμακα που δρουν μέσω των ινκρετινών (αναστολείς DPP4 και αγωνιστές υποδοχέων GLP-1 και GIP) και φάρμακα που αυξάνουν την απέκκριση γλυκόζης από τους νεφρούς (αναστολείς SGLT2). Επίσης υπάρχουν και νέοι φαρμακευτικοί στόχοι για τους οποίους δεν έχουν εγκριθεί ακόμα φάρμακα, όπως οι αναστολείς PTP1b (βελτιώνουν την αντίσταση στην ινσουλίνη), ενεργοποιητές γλυκοκινάσης και νέες προσεγγίσεις για την αναγέννηση/ πολλαπλασιασμό των β-κυττάρων. Παράλληλα με την παραγωγή νέων συνθετικών ενώσεων, έχει γίνει εκτενής μελέτη συστατικών που προέρχονται από φαρμακευτικά φυτά για πιθανή αντι-διαβητική δράση. Από τους υπάρχοντες φαρμακευτικούς στόχους στην παρούσα Διδακτορική διατριβή δίνεται έμφαση στην DPP4 και την PTP1b. Η DPP4 είναι μια πρωτεΐνη που δρα είτε σαν υποδοχέας στην επιφάνεια των κυττάρων είτε σαν πεπτιδάση σερίνης. Ως ένζυμο έχει πολλά υποστρώματα για αυτό μελετάται για τη συμβολή της σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις. Επιπλέον έχει ήδη αναφερθεί ότι υπάρχουν πολλές ισομορφές του ενζύμου λόγω μετα-μεταφραστικών τροποποιήσεων όπως Ο- και Ν- γλυκοζυλίωση. Η DPP4 αποτελεί φαρμακευτικό στόχο για τον ΣΔ2, καθώς δύο από τα κύρια υποστρώματα της, οι ινκρετίνες GLP-1 και GIP είναι ορμόνες του γαστρεντερικού συστήματος που διεγείρουν την έκκριση ινσουλίνης μετά από πρόσληψη γλυκόζης. Η αλληλεπίδρασή τους με τους αντίστοιχους υποδοχείς διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης ανάλογα με τα επίπεδα γλυκόζη και παράλληλα αναστέλλει την δράση της γλυκαγόνης. Επιπλέον η GLP-1 και λιγότερο η GIP επιβραδύνει τη γαστρική κένωση και μειώνει την όρεξη. Παράλληλα, τόσο η GLP-1 όσο και η GIP προάγουν τη βιωσιμότητα και τον πολλαπλασιασμό των β-κυττάρων του παγκρέατος, ενισχύοντας την επιβίωση και τη λειτουργικότητα αυτών των κυττάρων και μειώνοντας την απόπτωση. Ο φυσιολογικός χρόνος ημιζωής της GLP-1 και της GIP είναι μικρός, καθώς και οι δύο αδρανοποιούνται γρήγορα από το ένζυμο DPP4. Συνεπώς, η αναστολή της δράσης της DPP4 αυξάνει τον χρόνο ημιζωής των ινκρετινών και ως αποτέλεσμα τον χρόνο δράσης τους. Υπάρχουν ήδη εγκεκριμένοι αναστολείς της DPP4, με συναγωνιστικό τύπο αναστολής, με μερικούς εκ των οποίων να σχηματίζουν ομοιοπολικό δεσμό με το ένζυμο. Η PTP1b είναι μια φωσφατάση πρωτεϊνών τυροσίνης που εμπλέκεται στην απενεργοποίηση του υποδοχέα της ινσουλίνης. Συγκεκριμένα μετά την αλληλεπίδραση της ινσουλίνης με τον υποδοχέα της, το ενδοκυττάριο τμήμα του υποδοχέα που έχει δράση κινάσης αυτοφωσφορυλιώνεται και μέσω ενδοκυττάριων διεργασιών επάγεται η μεταφορά των κυστιδίων αποθήκευσης μεταφορέων γλυκόζης GLUT4 στην επιφάνεια των κυττάρων και επιτρέποντας την εισαγωγή της γλυκόζης στο κύτταρο. Η PTP1b αποφωσφορυλιώνει το ενδοκυττάριο τμήμα του υποδοχέα και τον απενεργοποιεί με συνέπεια να διακόπτεται η εισαγωγή γλυκόζης στο κύτταρο. Συνεπώς, η αναστολή της PTP1b οδηγεί στην παρατεταμένη εισαγωγή γλυκόζης στο κύτταρο και την πτώση των επιπέδων γλυκόζης στην κυκλοφορία. Επειδή η φωσφατάσες πρωτεϊνών τυροσίνης έχουν μεγάλη ομολογία στο ενεργό κέντρο, η διερεύνηση αναστολέων για την PTP1b έχει στραφεί σε αλλοστερικούς αναστολείς. Ωστόσο δεν υπάρχει κάποιος εγκεκριμένος αναστολέας PTP1b, καθώς οι περισσότεροι που μελετήθηκαν σταμάτησαν σε κάποιο στάδιο κλινικών μελετών είτε λόγο χαμηλής δράσης είτε λόγο εμφάνισης σημαντικών παρενεργειών. Σκοπός την παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν η εύρεση νέων αναστολέων των ενζύμων DPP4 και PTP1b που αποτελούν φαρμακευτικούς στόχους για την αντιμετώπιση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2. Πιο αναλυτικά οι βασική στόχοι της διατριβής ήταν: α) η εύρεση νέων αναστολέων με μη ομοιοπολική σύνδεση και στόχευση κατά προτίμηση σε αλλοστερικά κέντρα των ενζύμων με σκοπό την αυξημένη αποτελεσματικότητα με ταυτόχρονη μείωση των παρενεργειών. Β) η εύρεση αναστολέων διπλής δράσης έναντι των ενζύμων DPP4 και PTP1b γ) ο εντοπισμός διαφοροποιήσεων των ισομορφών της DPP4 σε ορούς ασθενών με ΣΔ2 σε σχέση με τους υγιείς και ασθενείς με άλλες παθολογικές καταστάσεις συσχετιζόμενες με την δράση της DPP4, με στόχο τη δοκιμασία νέων αναστολέων στις ισομορφές που επικρατούν είτε σε ισομορφές που παρατηρούνται μόνο στον ΣΔ2. Στους επιμέρους στόχους της διατριβής ήταν η βελτίωση του μοντέλου/στρατηγικής πρόβλεψης της ανασταλτικής δράσης των ενώσεων που εφαρμόζεται πριν τα in vitro πειράματα προκειμένου να επιλεγούν οι περισσότερο υποσχόμενες ενώσεις. Η πρόβλεψη γίνεται με την μέθοδο εκτίμησης δημιουργίας σταθερού συμπλόκου (Docking Analysis). Για να επιτευχθεί η εύρεση ισχυρών αναστολέων αρχικά έγινε μελέτη πρόβλεψης για με την μέθοδο docking με στόχευση στο ενεργό κέντρο των δύο ενζύμων και στο σύνολο του ενζύμου και στη περίπτωση της PTP1b και στο αλλοστερικό κέντρο (καθορισμένο από κρυσταλλοφραφικές μελέτες). Οι ενώσεις με καλή πρόβλεψη μελετήθηκαν in vitro για την ανασταλτική τους ικανότητα έναντι της DPP4 και της PTP1b. Επιπλέον, έγινε έλεγχος του τύπου αναστολής με στόχο την εύρεση αλλοστερικών αναστολέων. Και για τα δύο ένζυμα μελετήθηκαν δεκαέξι παράγωγα της 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλοθειαζολιδιν-4-όνης και δεκαεννιά ενώσεις φυτικής προέλευσης, από τις οποίες οκτώ απομονώθηκαν από το φυτό Thymus thracicus Velen και έντεκα από το φυτό Centaurea bruguieriana subsp. Belangeriana. Για την εκτίμηση του τύπου αναστολής προσδιορίστηκε η δράση των αναστολέων σε δύο συγκεντρώσεις υποστρώματος. Στην περίπτωση της DPP4 έγινε πιο εκτενής έλεγχος της δράσης των αναστολέων σε περισσότερες συγκεντρώσεις υποστρώματος και καθορίστηκαν οι μεταβολές τις Km και της Vmax με χρήση διαγραμμάτων Lineweaver-Burk. Για την επίτευξη καλύτερου μοντέλου πρόβλεψης από τα αποτελέσματα πρόβλεψης και in vitro δράσης των συνθετικών ενώσεων δημιουργήθηκε ένα μοντέλο καλύτερης πρόβλεψης το οποίο εφαρμόστηκε και επιβεβαιώθηκε με τις φυτικές ενώσεις για τους συναγωνιστικούς αναστολείς τις DPP4 και σχετικά καλή εφαρμογή και στους άλλους τύπους. Για την εύρεση διαφοροποιήσεων των ισομορφών της DPP4 σε ορούς ασθενών με ΣΔ2 σε σχέση με τους υγιείς ασθενείς με άλλες παθολογικές καταστάσεις συσχετιζόμενες με την δράση της DPP4 πραγματοποιήθηκαν ηλεκτροφορήσεις απουσία μετουσιωτικών παραγόντων (native) και SDS ηλεκτροφορήσεις σε ορούς υγιών και ασθενών είτε με ΣΔ2 είτε άλλων παθήσεων. Στην συνέχεια έγινε ηλεκτρομεταφορά και ανίχνευση με ειδικό αντίσωμα έναντι της DPP4 (Western blot/Immunoblot). Επιπλέον, για τον διαχωρισμό και την απομόνωση των ισομορφών πραγματοποιήθηκε χρωματογραφία στήλης ιονικής ανταλλαγής (στήλη DEAE) και ανίχνευση ενζυμικής δράσης. Στα κλάσματα με υψηλή ενζυμική δράσης και στα κλάσματα που ανιχνεύτηκε αυξημένη δράση στους ασθενείς με ΣΔ2 πραγματοποιήθηκαν SDS ηλεκτροφορήσεις, ώστε να μελετηθεί και το μοριακό βάρος αυτών των ισομορφών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των συνθετικών ενώσεων, αναστολή έναντι της DPP4 παρατηρήθηκε σε δώδεκα από τα δεκαέξι παράγωγα της 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλ-θειαζολιδιν-4-όνης με τιμές IC50 στην περιοχή των nM. Οι συνθετικές ενώσεις που ελέγχθηκαν και εμφάνισαν IC50 στην περιοχή των nM ανήκουν δομικά σε δύο κατηγορίες: παράγωγα που φέρουν τμήμα 6-OCF3-βενζο[d]θειαζολ-2-υλίου (ενώσεις h) και παράγωγα που φέρουν τμήμα 6-Ad-βενζο[d]θειαζολ-2-υλίου (ένωση m2) ή 4-CH3-6 -Ad-βενζο[d]θειαζολ-2-υλίου (ενώσεις n). Η υποκατάσταση της ομάδας του βενζο[d]θειαζολ-2-υλίου έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στην ανασταλτική δράση, με τα παράγωγα 6-OCF3 (h) να είναι πιο ισχυροί αναστολείς από τα 6-Ad (m2) και 4-CH3, 6-Ad (n1/2) παράγωγα, εμφανίζοντας IC50 στην περιοχή των nM. Όλα τα 6-Cl παράγωγα (c) εμφάνισαν τιμές IC50 στην περιοχή των μM. Οι ενώσεις της κατηγορίας h εμφάνισαν ισχυρότερη αναστολή, σε σύγκριση με τους εγκεκριμένους αναστολείς. Πέντε ενώσεις της κατηγορίας h (h1 , h3 , h4 , h5 και h7) εμφάνισαν χαμηλότερες τιμές IC50 από τη Vildagliptin (IC50 : 62 nM) και τη Saxagliptin (IC50 : 50 nM), δύο χαμηλότερες (h3 και h5) από την Alogliptin (IC50 : 24 nM) και μία, η 3-(6-OCF3-βενζο [d]θειαζολ-2-υλ)-2-(2,6-2F-φαινυλθειαζολιδιν-4-όνη (h3) χαμηλότερη από τη Sitagliptin (IC50 : 20 nM). Τέσσερις από τις ενώσεις (h3,h4,n2,c2) εμφάνισαν συναγωνιστικό (competitive) τύπο αναστολής, δύο (m2,c4) ανταγωνιστικό (uncompetitive), μια (n1) μη συναγωνιστικό (non-competitive) και μία (h9) μεικτό τύπο αναστολής. Από τις φυτικές ενώσεις που ελέγχθηκαν, 3 ενώσεις του φυτού Thymus thracicus Velen έδειξαν χαρακτηριστικά συναγωνιστικής αναστολής ως προς την DPP4 (RTH-DE, RTH14-2, RTH-5-2), ενώ 2 (RTH-DJ και BBC-FCH) εμφάνισαν μεικτή αναστολή και δύο ενώσεις εμφάνισαν μη συναγωνιστική αναστολή (RTH-EJ και RTH-ED). Από τις ενώσεις του φυτού Centaurea bruguieriana subsp. Belangeriana 3 (CEP-IMI, CEP-IMK και CEP-GG) εμφάνισαν αναστολή έναντι της DPP4, με τις 2 από αυτές (CEP-GG και CEP-IMI) να εμφανίζουν ανταγωνιστική αναστολή. Οι IC50 όλων των φυτικών ενώσεων έναντι της DPP4 βρίσκονταν στην κλίμακα των μΜ. Όσον αφορά την PTP1b από τα δεκαέξι παράγωγα της 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλ θειαζολιδιν-4-όνης, εφτά εμφάνισαν καλά αποτελέσματα αναστολής στο επίπεδο των μΜ. Οι ενώσεις με υποκαταστάτη 6-OCF3 στην ομάδα βενζο[d]θειαζολ-2-υλίου εμφάνισαν χαρακτηριστικά μη συναγωνιστικής ή ανταγωνιστικής αναστολής, ενώ η ένωση με υποκαταστάτη 4-CH3, 6-Ad (n2) εμφάνισε χαρακτηριστικά συναγωνιστικής (competitive) αναστολής και την υψηλότερη ισχύ ως αναστολέας της PTP1b. Από τις ενώσεις του φυτού Thymus thracicus Velen τέσσερις εμφάνισαν IC50 από 18,4 ± 1,7 έως 25,7 ± 1,8 μΜ, μία 58,9 ± 7,0 και δύο εμφάνισαν χαμηλότερη ισχύ με τιμές IC50 80,8 ± 3,8 και 90,7 ± 0,9μΜ. Οι τρεις ουσίες με την πιο υψηλή ισχύ αναστολέα της PTP1b ήταν κατά φθίνουσα σειρά: η 2(3,4-διυδροξυ) φαινυλαιθυλ-γλυκοπυρανοσίδη με ακολουθούμενη από την Καλσεολαρισίδη A και ο 9″- λιθοσπερμικός μεθυλεστέρας. Από το φυτό C. Bruguieriana subsp. Belamgeriana, οι τρεις ουσίες που εμφάνισαν υψηλή ισχύ ως αναστολείς της PTP1b ήταν με φθίνουσα σειρά οι ουσίες: 3-O-β-D-γλυκοπυρανοσίδης της 6-μεθοξυκαιμπφερόλης, ακολουθούμενη από την αστραγαλίνη και τo Μαλασιτανολίδιο με IC50 33,4 ± 8,2, 30,9 ± 4,8μΜ και 117,8 ±14,2 μΜ, αντίστοιχα. Συμπερασματικά, έξι από τις συνθετικές ενώσεις, παράγωγα της 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλοθειαζολιδιν-4-όνης, έδειξαν διπλή δράση αναστολής έναντι της DPP4 και PTP1b. Εξ αυτών μία ένωση, η h9, έδειξε διπλή δράση αναστολέα με τύπο αναστολής διαφορετικό από τον συναγωνιστικό και ως προς τα δύο ένζυμα, παρουσιάζοντας μεικτή αναστολή ως προς την DPP4 και ανταγωνιστική αναστολή ως προς την PTP1b και IC50 στην περιοχή των nM για την DPP4 και μΜ για την PTP1b. Από τις φυτικές ενώσεις 6 ενώσεις από το φυτό Thymus thracicus Velen και 2 από το φυτό Centaurea bruguieriana subsp. Belangeriana έδειξαν διπλή δράση αναστολής έναντι τόσο της DPP4 όσο και της PTP1b. Έξι από τις ενώσεις διπλής δράσης φαίνεται να εμφανίζουν χαρακτηριστικά άλλου τύπου αναστολής, πλην της συναγωνιστικής, συνδεόμενοι κατά συνέπεια με κάποιο αλλοστερικό κέντρο. Για την εύρεση διαφοροποιήσεων των μορφών DPP4 σε ορούς ασθενών με ΣΔ2 σε σχέση με των υγιών, τα αποτελέσματα μετά από ηλεκτροφόρηση, ηλεκτρομεταφορά και ανίχνευση με ειδικό αντίσωμα, έδειξαν ότι στον ορό των ασθενών με ΣΔ2 υπάρχουν ισομορφές που διαφέρουν από των υγιών τόσο στο ισοηλεκτρικό σημείο όσο και στο μοριακό βάρος. Επιπλέον με την μελέτη ορών από άλλες παθολογικές καταστάσεις με τις οποίες συσχετίζεται η δράση της DPP4 (νόσος Alzheimer και τύποι καρκίνου) φάνηκε ότι στις διάφορες παθολογικές καταστάσεις δεν ανευρίσκονται οι ίδιες διαφοροποιήσεις των ισομορφών της DPP4. Στους ασθενείς με ΣΔ2 ανιχνεύθηκαν ισομορφές με μεγαλύτερο εύρος ισοηλεκτρικών σημείων σε σχέση με τους υγιείς και διαφοροποίηση του ηλεκτροφορητικού προφίλ διαχωρισμού με στήλη DEAE που στηρίζεται στην διαφορά ισοηλεκτρικού σημείου. Παρατηρήθηκε διαφοροποίηση ισομορφών μεταξύ ασθενών με ΣΔ2 και ασθενών με ΣΔ1 και προ-Διαβήτη. Επιπλέον, παρατηρήθηκε διαφορά στις ισομορφές της DPP4 σε ασθενείς με αδενοκαρκίνωμα του πνεύμονα με σαφώς διαφορετικό ηλεκτροφορητικό προφίλ σε συγκεκριμένες ηλεκτροφορητικές συνθήκες απουσία μετουσιωτικών παραγόντων σε σύγκριση με τους υγιείς και ασθενείς με άλλες παθολογικές καταστάσεις. Ανάλογα, εντοπίστηκε διαφορά στις ισομορφές της DPP4 σε ασθενείς με Alzheimer σε σύγκριση με τους υγιείς και ασθενείς με άλλες παθολογικές καταστάσεις ενώ χαρακτηριστική ήταν η εμφάνιση ισομορφών της DPP4 με μεγάλα μοριακά βάρη στον ορό ασθενών με ΣΔ2 και Alzheimer με περισσότερες και υψηλότερου Μοριακού Βάρους ζώνες να παρατηρούνται στους ασθενείς με Alzheimer. Ο διαχωρισμός με στήλη ανιονικής ανταλλαγής (DEAE) και ανίχνευση ενζυμικής δράσης της DPP4 στα κλάσματα έκλουσης έδειξε διαφορές των υγειών και των ασθενών με διάφορες παθολογικές καταστάσεις. Οι παρατηρούμενες διαφορές μπορούν να έχουν εφαρμογή στην μελέτη της παθοφυσιολογίας των νόσων, στην διαγνωστική και την θεραπευτική αντιμετώπισή τους. Μετά τον μερικό διαχωρισμό των ισομορφών της DPP4 με την χρωματογραφία στήλης δοκιμάστηκαν τέσσερις από τους συνθετικούς αναστολείς (h3, m2, n1 και h8) για την ανασταλτική δράση τους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι μελετώμενοι αναστολείς δεν είχαν την ίδια ισχύ σε όλες τις ισομορφές σε αντίθεση με την Sitasgliptin. Επιπλέον τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η h3 που εμφάνισε χαρακτηριστικά συναγωνιστικού αναστολέα στο ανασυνδιασμένο ένζυμο εμφάνισε τον ίδιο τύπο αναστολής σε όλες τις διαχωρισμένες ισομορφές, ωστόσο μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι υπόλοιπες ενώσεις που είχαν διαφορετικό τύπο αναστολής. Οι αναστολείς n1 και m2 έδειξαν ότι σε διαφορετικούς τύπους ισομορφών όχι μόνο έχουν διαφορετική ισχύ αλλά και διαφορετικό τρόπο δράσης. Τέλος τόσο η Sitagliptin όσο και οι νέοι αναστολείς έδειξαν χαμηλότερή ισχύ στις απομονωμένες ισομορφές από ορό υγιούς, με τα παράγωγα 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλοθειαζολιδιν-4-όνης να δείχνουν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά αναστολής. Από τη μελέτη επιλεγμένων αναστολέων στις μερικώς απομονωμένες ισομορφές φάνηκε ότι παράγωγα 3-(βενζο[d]θειαζολ-2-υλ)-2-αρυλοθειαζολιδιν-4-όνης κυρίως με άλλου τύπου αναστολή πέρα της συναγωνιστικής θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αναστολείς συγκεκριμένων ισομορφών γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε φάρμακα με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Ενδεικτικό έλεγχος τοξικότητας σε συνθετικές και φυσικές ενώσεις έδειξε ενθαρρυντικά αποτελέσματα ιδιαίτερα για τις ενώσεις που συγκεντρώνουν σημαντικά επιθυμητά χαρακτηριστικά. Στα πλαίσια των παράλληλων στόχων της διατριβής, δημιουργήθηκε και ελέγχθηκε με θετικά αποτελέσματα παράγοντας πιθανότητας (Probability Factor, PF) που συνδυάζει στοιχεία από τα αποτελέσματα της υπολογιστικής μελέτης πρόσδεσης (Docking) με στόχευση σε συγκεκριμένη περιοχή (ενεργό ή αλλοστερικό κέντρο) και της μελέτης στόχευσης στο σύνολο του ενζύμου, προκειμένου να προβλεφθεί αποτελεσματικά η IC50 νέων πιθανών αναστολέων.Τεκμήριο Εκτίμηση των επιπέδων των ορμονών του stress και των μεταβολιτών βιταμίνης D σε νεαρούς ενήλικες πριν και μετά τη εξέλιξη της πανδημίας COVID-19(ΔΙΠΑΕ, 2026-01-14) Χανιωτάκης, Ιωάννης; Μήτκα , Στέλλα; Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Βιοϊατρικών ΕπιστημώνΟ εκσυγχρονισμός έχει αυξήσει τη διάρκεια ζωής αλλά έχει επηρεάσει δραματικά και τη φύση του στρες. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει χαρακτηρίσει το στρες ως μία από τις κυριότερες κρίσεις υγείας του 21ου αιώνα. Στρεσογόνα γεγονότα προκαλούν πολλαπλές νευροχημικές, νευροδιαβιβαστικές και ορμονικές αλλοιώσεις, ενεργοποιώντας κυρίως το συμπαθητικό νευρικό σύστημα (ΣΝΣ), τον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων (ΥΥΕ) και το ανοσοποιητικό σύστημα (ΑΣ). Ο αντίκτυπος των στρεσογόνων γεγονότων επί του ανοσοποιητικού συστήματος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την άμυνα έναντι των ασθενειών. Το χρόνιο στρες έχει ως αποτέλεσμα την αποτυχία της ομοιόστασης και οδηγεί στην εκδήλωση διαφόρων ασθενειών. Επιπρόσθετα, η φλεγμονώδης αντίδραση που προκαλείται από το στρες αντιπροσωπεύει το κοινό έδαφος μιας ευρείας ποικιλίας χρόνιων πολυπαραγοντικών ασθενειών. Το στρες είναι ο κοινός παράγοντας κινδύνου του 75%−90% των ασθενειών. Οι πιο κοινές ασθένειες που σχετίζονται με το στρες είναι καρδιαγγειακές παθήσεις, μεταβολικές ασθένειες, ψυχωσικές και νευροεκφυλιστικές διαταραχές, καθώς και καρκίνος. Διαφορετικοί τύποι στρες/αγχωτικών συμβάντων σχετίζονται με ενδογενές οξειδωτικό και φλεγμονώδες στρες και αποτελούν βασικές πηγές διαφόρων βιοδεικτών. Η πολυπλοκότητα των μηχανισμών στρες καθιστά δύσκολη την ποσοτικοποίηση και την ερμηνεία της μέτρησής του. Εξαιτίας αυτού, έχει προταθεί η χρήση πολλών υποκειμενικών και αντικειμενικών διαγνωστικών μεθόδων. Η πανδημία COVID-19 προκάλεσε βαθιές αλλαγές στον τρόπο ζωής, την ψυχική υγεία και τη συμπεριφορά των ατόμων σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι νεαροί ενήλικες, και ιδίως οι φοιτητές, αποτέλεσαν ιδιαίτερα ευάλωτη ο-μάδα, βιώνοντας κοινωνική απομόνωση, τηλεκπαίδευση, περιορισμένη φυσική δραστηριότητα και αυξημένη χρήση ψηφιακών μέσων. Παρόλο που οι ψυχολογικές επιπτώσεις της πανδημίας έχουν μελετηθεί εκτενώς, λιγότερες μελέτες έχουν εστιάσει μακροπρόθεσμα στους βιολογικούς δείκτες στρες και διάθεσης, αλλά και στις επιδράσεις συγκεκριμένων συμπεριφορών, όπως η χρήση κινητού και η φυσική άσκηση. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό, με διαχρονική παρακολούθηση επί πέντε έτη της μεταβολής βασικών βιοδεικτών στρες (κορτιζόλη, σεροτονίνη, ντοπαμίνη), μεταβολικών βιοδεικτών της βιταμίνης D [1-25 (OH) Vitamin D, Total Vitamin D, Free Vitamin D], VDBP (Vitamin D Binding Protein), καθώς και συμπεριφορικών και δημογραφικών δεικτών (χρήση κινητού τηλεφώνου, Δείκτης Μάζας Σώματος – BMI, άσκηση) σε νεαρούς ενήλικες φοιτητές, πριν, κατά και μετά την πανδημία COVID-19, καθώς και τις συσχετίσεις μεταξύ αυτών των παραμέτρων και την επίδραση της πανδημίας. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε φοιτητικό πληθυσμό (ηλικίας 18–25 ετών), με μετρήσεις σε τρεις χρονικές στιγμές: πριν την πανδημία (2019-2020), κατά τη διάρκειά της (2020–2022), και μετά την άρση των περιορισμών (2023–2025). Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν σημαντικές αυξήσεις στην κορτιζόλη και στη χρήση κινητού, σταθερή σημαντική μείωση των νευροδιαβιβαστών σεροτονίνη και ντοπαμίνη, καθώς και προστατευτικό ρόλο της συστηματικής άσκησης. Ωστόσο, οι μεταβολίτες της βιταμίνης D (καλσιδιόλη, καλσιτριόλη, ελεύθερη καλσιδιόλη, VDBP) εμφάνισαν παροδική πτώση κατά την πανδημία, αλλά δεν επανήλθαν πλήρως στα προ-πανδημικά επίπεδα. Η πανδημία COVID-19 προκάλεσε μακροχρόνιες βιολογικές και συμπεριφορικές διαταραχές στους φοιτητές, με επίμονη αύξηση της κορτιζόλης (ορμόνη στρες), μείωση της σεροτονίνης, ντοπαμίνης (ορμόνες διάθεσης, ευχαρίστησης), αυξημένη χρήση κινητού τηλεφώνου και αλλαγή του τρόπου ζωής. Η παρατεταμένη αύξηση της κορτιζόλης συνδέεται με την υπερδιέγερση του άξονα ΥΥΕ, πιθανώς ως απάντηση στο χρόνιο στρες και την ψηφιακή υπερφόρτωση. Η πτωτική τάση σεροτονίνης και ντοπαμίνης, ακόμη και μετά την πανδημία, υποδηλώνει μακροχρόνιες επιδράσεις στη νευροφυσιολογία της διάθεσης, ευχαρίστησης και ανταμοιβής. Ωστόσο, η τακτική φυσική άσκηση αναδείχθηκε ως καθοριστικός προστατευτικός παράγοντας, σχετιζόμενος με καλύτερη βιοχημική εικόνα, ανεξαρτήτως των εξωτερικών πιέσεων. Όλα τα παραπάνω αποτελέσματα αποτελούν κρίσιμους προγνωστικούς παράγοντες για εκδήλωση ασθενειών που σχετίζονται με το στρες. Συνολικά, τα ευρήματα της παρούσας μελέτης, υποδεικνύουν παρατεταμένες επιδράσεις της πανδημίας στη φυσιολογία και στη συμπεριφορά των νέων, με πιθανές συνέπειες στην ψυχική και σωματική τους υγεία μακροπρόθεσμα, αναδεικνύοντας την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις.
